Posts Tagged Ikarian dialect

Ήμεσσαν τρεις ψυχεροί ελόου μας…


. . .

.

Δημοσιεύτηκε στις 9 του Γενάρη 2012 στο

Ήμεσσαν τρεις ψυχεροί ελόου μας…

μοναδικό δείγμα παλιάς γλώσσας κι ατμόσφαιρας κι όμως δεν ήταν ιδιαίτερα δημοφιλές, τι με νοιάζει, η ουσία είναι ότι έχω ακούσει τέτοιες ιστορίες και έχω ζήσει φάσεις που τις θυμίζουν, όχι βέβαια τις ίδιες ακριβώς, μην τρελαθούμε, τέλος πάντων, φέτος χριστούγεννα το αντιγράφω στο μπλογκ μου και το αφιερώνω κι εγώ (to agrimi), όπως και η Μυρτώ, σε:

«…όλους τους πάππους στην Ικαρία, για τους δύσκολους χειμώνες που περάσανε και περνούν στα βουνά και βρίσκουν πάντα τον τρόπο να δουν όμορφα την ζωή και το καταφέρνουν.»

 Πολλά είπα. Διαβάστε. Για να μη χαλάσω την αίσθηση του κείμενου, το γλωσσάρι το έχω σε σχόλιο εκτός καταχώρησης.

.

Lost house in a lost village

.

.Ή μ ε σ σ α ν  τ ρ ε ι ς  ψ υ χ ε ρ ο ί

ε λ ό ο υ  μ α ς

Ήμεσσαν κατάζακα, η αθράκα έκαιε, το λιοκόμπομα ηπόσωνε για ούλλους. Εκάμναμε χάζιν την φωτιά και πασκίζαμε να ζεστοκοπιθούμε. Ήμεσσα μαργωμένοι από την ψακάδα. Η αεροφιτσάδα του βουνού ακουότανε από τον αναφάντη. Ο ουρανός ηξεφουντανίστη, ήχασεν  τα μπούτσα του και ηξεπατώθηκεγ καλά-καλά.

Ήμασσαν τρεις ψυχεροί ελόου μας, από το ανέρσυμα στο μετόχι, κεροφωτάαμε. Απαντέχαμε ν’άβγει ο  ήγιος. Λιασμένα, καθούρι, χειμεράδιν, ψωμίγ και ελιά και κρασοβυτιές με καλοψημένον το κρασίν, μας εκρατούσαν συντροφιά.

Άξαφνα ηκούσαμε την ποργιά, σαν να ζαγάρει κάτι στο πίσκοτο, ο Στεφανής του Νικολακιού σαρτεύγει το κατώφλι. Είχε αποσώσει στο βουνό. Ηκόπιαεν και εγίναμε μια κάγκα.

Στην πέρα πάντα του σπιθκιού ηκρέμουταν μια λύρα, εξεκίνησε το τσιμπούσιν, το τραγούδιν και ατοί μας… εγίναμε σουαρεζήδες, ενώ ο ράτσος μας εξεκούφενε.

Έτσε α, πάνω στο ζεύκιν μάς εβρήκε το χαραμέριν, ο καιρός έπιασε ν’ανεπαλιάνει. Έκαμε ανεχαλλέ και ένας ένας ηύρεν την αμαλαγιάγ να ηποσώσει στην σκέπη του, στην κερά του. Ήπαψαν οι λωλλάδες, εκλείσαμε το μάνταλο, ηπήραμε τα φυλάκια μας και ηπετάσαμε αλλάι, σαν νερογάμηδες.

. . .Μυρτώ Αξαρλή

.

Με μερικούς ανθρώπους καταλαβαίνόμαστε σ’ αυτό το νησί. Δεν είναι και λίγο. Δεν χρειάζομαι πιο πολλούς. Τους ευχαριστώ. Τη νέα χρονιά ονειρεύεστε όσο το δυνατό περισσότερο. Και επειδή είναι παράδοση να μας αρέσουν τα παραδοσιακά τέτοια εποχή, ορίστε μερικά στο μπλογκ της Ελένης και δικά μου :

the lost village adventure Επιστροφή στον Λαγουδότοπο Τοπία και θέματα με μουσική ΌΠΙΣΘΕΝ ΗΡΈΜΑ Έλλειψη Συγκέντρωσης

Καλή Χρονιά! ❤

Happy 2015!

.
. . .
Saturday December 20, 2014
.
.
.
. . .

5 Σχόλια

Έλλειψη Συγκέντρωσης


Πρώιμες φέτος οι Αποκριές και σε λίγο τσακ μπαμ τέλειωσαν!
.
.
Ο παρακάτω σατιρικός μονόπρακτος μονόλογος σε τέσσερις σκηνές ανέβηκε πριν δυο χρόνια τέτοια εποχή σε μια παράσταση της ομάδας www.sinthesis.gr. Ήταν στο ίντερνετ, αλλά κατέβηκε μετά. Το είχα όμως φυλάξει και αποφάσισα να το αποθανατίσω. Προφανώς το κείμενο είναι γραμμένο από Ικαριώτη. Το να μπορείς να σατιρίζεις τόσο ανελέητα, αλλά και τόσο πετυχημένα τον ίδιο σου τον εαυτό είναι κατά τη γνώμη μου δείγμα μεγάλης υγείας. Όσο για το αν ισχύουν αυτά που περιγράφει, όχι βέβαια. Οι Ικαριώτες είναι από τους πιο επίμονους κι εργατικούς ανθρώπους που ξέρω. Απόδειξη της εργατικότητάς τους είναι άλλωστε το ίδιο το κείμενο. Το να κάνεις κάποιον να γελάσει είναι πολύ σκληρή δουλειά. Αν υπάρχει κάτι, αυτό το κάτι είναι μια κάποια «έλλειψη συγκέντρωσης», μια κάποια έλλειψη ορθού προσανατολισμού της νεανικής επιχειρηματικότητας, μια έλλειψη κοινωνικής ευθύνης, έλλειψη ορθολογικού μακρόπνοου σχεδίου βιώσιμης ανάπτυξης…
Άχου εν ημπορώ άλλο. Σώνει ως εδώ γιατί με πνίγουν τα γέλια.
Απολαύστε και Καλές Αποκριές!
.
Kicking back

________________________________

ΙΚΑΡΙΩΤΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΑΣ (1)

Μετά το στρατό ηκάθουμουν κι εν ημπόρουν. Ησκέφθην το καλά κι ένα χρόνο μετά ήνοιξα την πρώτη μου επιχείρηση: όχι πολλά, ένα καφενείο στις Ράχες. Το ‘χε ένας θείος, ηδούλευγέ ένα χρόνο, αλλά ηκουράσθη, ηπέτασε κι είπα να του βουθήσω. Ε, ηπήρα το κι ήνοιξά το. Ήνοιγά το στις 11 το βράδυ, αλλά κάθε βράδυ. Όποιος ήθελε πιο νωρίς, το κλειδί το ‘χα ποθεμένο πρώτο τραπέζι όξω, κάτω απ’ το μπουκέφαλο τασάκι, απέσω απ’ το ρολόι της ΔΕΗ. Δημοκρατία στο καφενείο μου. Όποιος ήθελε ήμπαινε κι ήφτιαχνε τον καφέ του. Αλλά και το ουζάκι του. Για μεζέ είχα τα πάντα… Σαρδελίτσες ελίτσες τυράκι… Προίκα απ’ το θείο. Ησερβίρασιν ο ένας στον άλλο, ησέρβιραν κι εμένα, όποτε ηπήαινα… Καλή επιχείρηση, μά/σαλάχ, δόξα τω λαώ και παρέες ήβρισκα και λεφτά ήβγαζα, αλλά βρουχ, εν ημπόρουν άλλο, ηβαρέθην κι ήκλεισά το. Ηπέτασα.

.

ikaria village by janwillemsen

_____________________________

ΙΚΑΡΙΩΤΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΑΣ (2)

Ηδαιμόνιζέ με που το ψωμί στο σπίτι ήτανε αιωνίως μπαγιάτικο. Ήφερνέ το ένας έμπορος από τη Σάμο. Αλλά ήτανε στόκος. Το ψωμί. Αλλά επειδή εγώ είμαι μαμούνι, εν ημπόρουν να κάθομαι, ησκέφθην το ένα χρόνο κι ήντα α κάμω, ήνοιξα άλλη μια επιχείρηση.

Μπα, όχι πολλά! Είχαμ’ ένα φούρνο στο χωριό, αλλά, ε γκζέρω γιατί, ήτανε κλειστός για χρόνια. Ε, ηπήα κι άνοιξά τον. Κι ήβαλα το κλειδί στο ρολόι της ΔΕΗ. Κι ο φούρνος επιτέλους ηδούλεψε. Ο πελάτης δεν ηναγκάζετο α ‘ρτει πρωί-πρωί ίνα βρει φρέσκο ψωμί. Και μεσημέρι είχα φρέσκο ψωμί και απόγευμα και βράδυ. Όποιος ήθελε, όποτε ήθελε, ηπήαινε, ήπαιρε το κλειδί απ’ το ρολόι της ΔΕΗ, ήνοιγε, ηζύμωνε, ήναφτε το φούρνο κι ήψηνε ό,τι ‘θελε. Ακόμα και τυρόπιτες. Τυρί ηπαίρανε από δίπλα. Είχα κι ένα δίσκο απά στο μπάγκο με ψιλά, ηπληρώνανε, ηπαίρανε και ρέστα κι ηπετούσαν.

Αλλά να δεις τι λαός είμαστε εμείς οι Καριώτες, ήφηναν και καμιά περισσευούμενη φρατζόλα για μένα ή για τον ξένο. Όποιος απ’ τα γύρω ξέμενε αργά στο χωριό, ήξερε ότι άμα ηπήαινε στο φούρνο θα έβρισκε λίγο ψωμί. Ό, τι ήθελε ο πελάτης ήκαμνε. Μόνη μου απαίτηση να μην αφήνουνε το μαγαζί ανοιχτό. Ηκλειδώνανέν το κι ηφήνανε το κλειδί στο ρολόι της ΔΕΗ. Πάνω απ’ όλα η τάξη και η ασφάλεια.

Α πεις, αφήνεις το μαγαζί μπάτε σκύλοι αλέστε; Έλα μωρέ! Σε ποιον θα κάνει καρδιά να με κλέψει; Είναι τόσο εύκολο που δεν του πάει. Άσε που ο ιστορικός εκείνος φούρνος ηνέπνεε σεβασμό, γιατί ποτέ, κανένα φαγητό σε ταψί δε μου κάηκε. Η νοικοκυρά ήτανε από πάνω κι ηπρόσεχε. Εγώ ηκάθουμουν εις το ζαχαροπλαστείο της Κολοκασούς για κάνα ουζάκι.

Πολύ καλά ηπήε ο φούρνος, δόξα τω λαώ. Όλο το χωριό ευχαριστημένο και καλά λεφτά ήβγαζα, αλλά, βρουχ. Εν ημπόρουν άλλο. … Ηβαρέθην κι ήκλεισά τον. Ηπέτασα.

.

pot Ikaria

_____________________________

ΙΚΑΡΙΩΤΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΑΣ (3)

Εγώ είμαι επιχειρηματικό μαμούνι. Κι αφού εν ημπόρουν να κάθομαι, ησκέφθην το ήντα α κάμω και μετά από ένα χρόνο ήνοιξα άλλη μια επιχείρηση.
Μπα, όχι πολλά! Ησχολήθην με τη γεωργία. Ήφτιασα ένα δασύλλιο με καναβουριές. Φουντοκόμος. Και με την πελατεία, συνέπεια.
Εν τους ήφερνα εγώ γουρούνι στο σακί. Ο πελάτης ηπήαινε κι ήβλεπε το δέντρο να ξέρει τι παίρνει. Όχι ερήμην, μαθές! Τα ’χα όλα μαντρωμένα με συρματόπλεγμα ίνα μην τα φάνε τα κατσίκια, αλλά το κλειδί του λουκέτου πάνω στην πέτρα, εκεινά μπροστά, μην ψάχουν το.
Όποιος ηγούσταρε ηπήαινε στη φυτεία κι ηπότιζε τα δενδρύλλια, ήκοβγε κι ό,τι ήθελε, ηρχόταν και μου ’δινε τον οβολό του… και κάνα ψιλοκομμένο…
Κι εγώ Κέρβερος! Βούθαγα τη γυναίκα μου, που ’χε ανοίξει ένα κομμωτήριο σελφ-σέρβις πέρα στον Άγιο κι έπρεπε να είμαι σπίτι να της κάνω παρέα. Η φυτεία καλά ηπήαινε. Ήρχοντο και τα φρικιά από την Αθήνα, ήστηναν τις σκηνές τους κάτ’ απ’ τις καναβουριές και όλοι με το χαμόγελο.

Καλή η δουλειά, δόξα τω λαώ. Καλή χαρά όλη η οικογένεια στα πανηγύρια απ’ τα ντουμάνια και καλό όνομα ήφτιαξα με τη φυτεία και καλά λεφτά ήβγαζα, δε μ’ ένοιαζε η κούραση, αλλά, βρουχ. Εν ημπόρουν άλλο, ηβαρέθην κι ήκλεισά τη. Ηξεπάτωσά τη κι όλας. Ηπέτασα.

.

evdilos ikaria by kikiller

_____________________________

ΙΚΑΡΙΩΤΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΑΣ (4)

Μετά τις τρεις πρώτες εταιρείες μου το επιχειρηματικό δαιμόνιο είχε μπει για καλά μέσα μου. Βέβαια τελικά ηπέτουν, αλλά εγώ είμαι μαμούνι κι εν ημπορώ να κάθομαι. Ησκέφθην το λοιπόν ένα χρόνο, ήντα α κάμω κι ήνοιξα κι άλλη μια επιχείρηση.
Όχι πολλά! Ένα θερινό σινεμά άνοιξα στον Άγιο. Όχι με ταινίες… Μην τρέχω να τυλίγω να ξετυλίγω σα μοδίστρα τα καρούλια!.. Είχα dvd και προτζέκτορα και οθόνη. Τίποτ’ άλλο, μην πουν ότι το κάνω Βίλατζ!…
Καλά ηπήαινε ο σινεμάς. Εγώ ηκάθουμου εις το καφενείο για τσιπουράκι, εκινά δίπλα ήτανε και το κομμωτήριο της γυναίκα μου, ηπήαινα να παίξω ένα στοιχηματάκι, μου ’ριχνε κι ένα κουρεματάκι κι ένα ξυρισματάκι η γειτόνισσα…
Αλλά ο σινεμάς, σινεμάς. Όποιος ήθελε ήμπαινε μέσα. Ο πρώτος ήγνώριζε πως το κλειδί το ’χα , κρυμμένο στη γλάστρα με το βασιλικό στο κεφαλόσκαλο. Ηφέρνανε και το καρεκλάκι τους γιατί τα δικά μου τα είχα στοιβαγμένα και πού να τα ξεστοιβάζουνε… Μην τους κουράζω τους πατριώτες μου!… Καλοί άνθρωποι. Ήφερναν στο καφενείο και τα λεφτά για τα εισιτήριά τους…
Ηκουβάλουν στο σινεμά και ντιβιντιά από εφημερίδες και ντοκυμαντέρ και τσόντες κι ελληνικές ταινίες, ό,τι ’θελαν. Ελεύθερη έκφραση. Ηβάζαν τα κι ήβλεπάν τα. Ευχαριστιόταν ο κόσμος. Μια θειά μου στη γιορτή μου ήφερε δώρο κι ένα γιασεμί κι ηφύτεψέ το για να μη βλέπουν οι απ’ έξω… Κι ηπότιζάν το ούλοι οι πελάτες.
Καλά πήγαινε ο σινεμάς, δόξα τω λαώ. Και χαρά στα παιδιά έδινε και το πολιτιστικό επίπεδο του νησιού ανέβαζε και καλά λεφτά ήβγαζα, ε μ’ ήνοιαζε η κούραση, αλλά, βρουχ. Εν ημπόρουν, άλλο, ηβαρέθην κι ήκλεισά το. Ηπέτασα.

Γλωσσάρι
εν ημπόρουν = δεν άντεχα
ηπέτασα = έφυγα βιαστικός, εξαφανίστηκα, την κοπάνησα
ποθεμένο = ακουμπισμένο
μπουκέφαλο = αναποδογυρισμένο
μά/σαλάχ = «δόξα το θεό» ή «μπράβο» ή «να μην βασκαθείς» (ανάλογα την περίπτωση)
μαμούνι = ο ανήσυχος, ο εργατικός άνθρωπος
ε γκζέρω = δεν ξέρω
α ‘ρτει = να έρθει
απ’ τα γύρω = από τα γύρω χωριά
στον Άγιο = στον Άγιο Κήρυκο, την πρωτεύουσα της Ικαρίας
ηξεπάτωσά τη = την ξερίζωσα

Εσείς ποιά «επιχείρηση» του Ικαριώτη επιχειρηματία θα θέλατε να συνεχίσετε;
Το καφενείο
18
Το φούρνο
12
Τις καναβουριές
12
Το σινεμά
21
.

Tuesday February 9, 2010

Next post: Holes and Horns

Previous post: Η Ικαριώτικη Σούστα στον καιρό της Παγκοσμιοποίησης.

.

.

Comments

(4 total)

Αχ το ‘θελα λίγο γέλιο απόψε κι ας το ξέρω το μονόλογο! Τέλεια επιλογή φωτογραφιών! Ψήφισα «το σινεμά». Είναι που όλοι ξέρουν πως ενδιαφέρομαι για «τα πολιτιστικά» – χαχαχα!!!

Αχ ειναι τρομερα αστειο. Δε χορταινω να το διαβαζω! Ομως τωρα -βρουχ- πρεπει να πετασω!..

Χαχα! Βρήκα και τη συνέχεια…
http://www.lifo.gr/blogs/giatros/13912
http://www.lifo.gr/blogs/giatros/13912#blogtop
(επικαιροποιημένη)

_____________________________________
ΕΟΡΤΑΣΤΙΚΟ ΩΡΑΡΙΟ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΩΝ ΙΚΑΡΙΑΣ

Από Δευτέρα πήρε μπρος το θερινό ωράριο καταστημάτων
σε όλη την Ελλάδα. Σε όλη; Όχι ακριβώς.

Σύμφωνα με ανασφαλείς πληροφορίες μας
(έχουν ψυχικά προβλήματα)
στις Ράχες Ικαρίας ακολουθείται άλλο ωράριο.

Τα εμπορικά καταστήματα, όπως και τα υπόλοιπα,
παραμένουν κατά κάποιον τρόπο ανοιχτά ή και κλειστά
όλη μέρα, το ίδιο είναι, όμως:

Οι καταστηματάρχες εκεί έσπασαν οι ίδιοι τις βιτρίνες τους παραδοσιακά,
με πλάκες Ικαρίας εις ένδειξιν διαμαρτυρίας κατά της αστυνομικής βίας.
Από Δευτέρα ισχύει συνεχές εορταστικό ωράριο
που θα κρατήσει όλο το χρόνο, γιατί κάθε μέρα,
σύμφωνα με το εορτολόγιο, είναι μια-δυο γιορτές.

Ο πελάτης μπορεί όποια ώρα της μέρας θέλει να μπαίνει στο μαγαζί
από τη σπασμένη βιτρίνα συμπαραστεκόμενος κι αυτός στις διαδηλώσεις
της λοιπής χώρας. Δοκιμάζει ρούχα ή παπούτσια, διαλέγει και παίρνει,
αφήνει τα χρήματα στο καλαθάκι που βρίσκεται στον πάγκο,
όπου υπάρχουν και ψιλά για ρέστα. Αν θέλει να ψωνίσει με πιστωτική,
μπορεί να πάει μετά να βρει τον καταστηματάρχη
στο καφενείο-ταβέρνα-παντοπωλείο.

Όσοι πελάτες δε θέλουν να συμπαρασταθούν,
μπορούν να μπαίνουν στο μαγαζί,
πάλι όποια ώρα θέλουν, αλλά από την πόρτα.
Το κλειδί είναι κρυμμένο στο ρολόι της ΔΕΗ.

Παρακαλούνται μετά τα ψώνια τους να κλειδώσουν την πόρτα
του καταστήματος και το κλειδί να το ξαναφήσουν στο ρολόι της ΔΕΗ.

.

Άχα! , το ήξερα βέβαια. Ο ‘giatros’ καλό είναι που συνεχίζει, αλλά εντάξει σαν sequel δεν είναι τόσο αστείο όσο το πρώτο που ήταν αυθόρμητο και «εκτός επικαιρότητας».

.

Σχολιάστε

Το Μισοκωλάκι και άλλες τρομακτικές ιστορίες από την Ικαρία σε κόμικς


.
.
(For English go to Eleni's blog)
.
«Εν ηφτάνουσι τα λόγια!»
.
Ζόμπις, νεράιδες, φαντάσματα, παραμύθια και άλλες καριώτικες ιστορίες

Εγκαίνια: Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2009 – ώρα 20.00 μ.μ.
Χώρος: bartesera, Κολοκοτρώνη 25, Στοά Πραξιτέλους, Αθήνα.
Διάρκεια: 16 Φεβρουαρίου – 02 Απριλίου 2009

Πήραμε μια παραγγελία (λατρεύουμε τις παραγγελίες!) να διαφημίσουμε αυτήν την έκθεση κόμικς με παλιές ιστορίες από την Ικαρία. Μια από τις ιστορίες είναι το Μισοκωλάκι (ή Μισικωλάκι) την οποία ξέρω και μου αρέσει πολύ. Έχει έναν τζοχάδα πατέρα, μια μάνα με καταπιεσμένα μητρικά, έχει κουκιά, έχει ένα μικρό και ελλιποβαρές, κυνηγημένο πλην έξυπνο παιδί, έχει μια κακιά και ηλίθια μάγισα, έχει μια απιδιά και έχει και μουσική με πηδαύλι, πάει να πει φλογέρα.

.

.
he's an avid tree climber, by googoojue | Flickr

source

.

.

Παίρνω λοιπόν και σας δείχνω πρώτα την ζωγραφιά του κομίστα Θανάση Ψαρρού που βρήκα στην προδημοσίευση στο site της συντεχνίας τους comicart.gr που δείχνει την κακιά μάγισα κάτω από την απιδιά.

misikolaki Ikaria 4

και αντιγράφω την ιστορία στην πιο αυθεντική hardcore αιματοβαμένη version σε επίσης hardcore παλιά Ικαριακή διάλεκτο η οποία κατά τη γνώμη μου ταιριάζει καλύτερα σ’ αυτή την ιστορία. Απολαύστε λοιπόν τον αληθινό, τον δικό μας Κοντορεβυθούλη -κι όποιος αντέξει.

ΠΑΡΑΜΥΘΙ

ΜΙΣΙΚΩΛΑΚΙ

(καταγραφή και επιμέλεια Αλέξ. Πουλιανός, Ικαριακά Γράμματα, 1959)

misikolaki Ikaria

 

Μια φορά γκι’ ένα γκαιρό ήτανε ένας πατέρας και μια μάνα. Τώχανε μεάλο γκαμόμ που εν ηκάνασιν παιδιά. Μια μμέραν ο πατέρας ήλειπεν όξω στα χωράφια. Η μάνα ‘ πόμεινε σπίτιν να μαηρέψει. Το λοιπόν, εκεί που ξεμάτιζεν κουκιά, της ήρτεν να πει. Άχου Παναΐα μου κι’ ας ήταν νάταν παιδιά ικά μου τα κουκιά πούχω στην ποδιά. Έν ηπρόλαεν να τελέψει τη γκουέντα κι’ ούλα τα κουκιά εγινίκασιν παιδιά. Ούλο το σπίτι ήτανε ένα μονοφώνι αφ’ το ταβατούρι που κάνασιν. Εκεά ‘πισπέρα ηποϋρίστην κι’ ο άντρας της. Άμα είδεν μεσ’ στο σπίτι ένα σωρόν παιδιά ησάστισε. Η γυναίκα μαθόν τούπε πως έτσι, αφ’ το μεράκιν της που εν ήκανεν παιδιά της ξέφυγεν ο λόγος κι’ είπε να γίνονταν τα κουκιά παιδιά. Και κείνα μαθόν εγινήκασι. Έναν γκερεμέ ηκλαίασιν και ηφωνάζασι τα παιδιά κι’ ηγυρεύγασιν ψωμί. Και που ο κακοοίρης να μπουκώσει τόσα στόατα. Εκεά ηθύμωσε κι’ ηπήρεν την τσατήρα και τάσφαξεν ούλα.

Μετά λίην ώραν του συνέμπε κι’ είπεν της γυναίκας του:

– «Κρίμας, να η γκρατήσω ένα να τώχομε συντροφιά να μας φυλάει και την απιδιά».

Ά, ηξέχασα να σας πω. Τον γκαιρόν που ξεμάταν τα κουκιά η γυναίκα, της ξέφυγεν το μαχαίρι κι’ ηχάραξεν το πίσω του κουκιού. Άμα ήγινεν παιδίν αυτό το κουκί, φγήκεν κοψοκωλιασμένο. Εν ήταν βαρονούσικο. Την ώρα που σφαζόντανε τα’ αέρφια του, αυτό ηπήεν άθορο, κρυφά-κρυφά κάτ’ αφ’ τη μυλόπλακα του χερόμυλου κι’ ησκεπάστηκε με τη λακανίδα κι’ ηπερίενεν πια τα’ αποϊσόμενο.

Άμα ήκουσε τον πατέρα να λέει πως ήθελε νάμενεν ένα ζωντανό, σηκώνει τη λακανίδα και σαρτέβγει μεσ’ τη μέση. Άμα τώδε τα’ αντρόυνο, ηχαρίκανε κι’ ήμεινε πια παιδίν τους. Επειδής ήτανε κοψοκωλιασμένο, το ‘νοματίσανε από τότες Μισικωλάκι.

Την άλλη μμέρα κιόλας του δώσανε ένα μπιδαυλάκι και το στείλανε να φυλάει την απιδιά.

Το Μισικωλάκι ηνέβηκε απά στην απιδιά και ηπιδαύλιζε.. Κείνην την ώρα πέρασε μια γρε και τώδε, ύστερις του φώναζε με παρακάλια.

Έ, μισι-Μισικωλάκι Ρίξε μου ‘ναν απιδάκι

Να χαρείς το πιδαυλάκι

Το Μισικωλάκι ήκοψεν έναν απίδιν και της τώριξεν κάτω. Η γρε καμώνονταν πως ηπαιδέβγετο να το βρει. Αυτή εν ήτανε γρε, ήτανε μάγισσα κι’ ήθελε να τα’ αρπάξει το Μισικωλάκι και επειδής εν ημπορούσε να σκαρφαλώσει στην απιδιά, ηπολεμούσε να το κάμει να κατέβει και να το φέρει χεροβολιά. Ηγύρισεν πάλιν η γρε κατ’ απάνω του και τούλεε.

Έ, μισι-Μισικωλάκι Ρίξε μου ‘ναν απιδάκι

Να χαρείς το πιδαυλάκι

Το κακόοιρον το Μισικωλάκι της ήριξεν κι’ άλλο. Η γρε πάλι το χχαβάν της: «Έν το βρίσκω. Ε καλοβλέπω κι όλας. Κατέβα να μου το βρεις».

Το Μισικωλάκι μ’ ένα σάρτο κατέβηκεν κάτω. Τ’ αρπά η μάγισσα και το μπουζουριάζει στο φυλάκιν της. Ύστερα τ’ ανεκρέμασε στημ πλάτην της κι’ ηπήαινεν σπίτιν της. Άμα ήνοιξεν τη μποριά της αυλής ηφώναζεν της κόρης της:

Άναψε Μαρού το φφούρνο Και καλό μμεζέ σου φέρνω.

Ήμπε στο σπίτιν της η μάγισσα κι’ ‘πόθεκεν το φυλάκιν απά στημ πεζούλα. Ήβγαλεν από μέσα το Μισικωλάκι και τόβαλε σ’ ένα τσουάλιν κι’ από πάνω τώδεσε. Ύστερις επίπεν της κόρης της. Εγώ πααίνω να κάμω κι’ άλλη ββότα. Άμα πυρώσει ο φούρνος να το ρίξεις μέσα το Μισικωλάκι μαζί με το τσουβάλι κι’ άμα γυρίσω νάχεις έτοιμον οφτόν να φάμε. ¨ηγυεν η μάγισσα κι’ ήμεινεν η κόρη της με το Μισοκωλάκι. Άμα ηπύρωσεν ο φούρνος, ηπήεν η κόρη να σηκώσει το Μισοκωλάκι αλλά ησκέφτηκε που δεν ήξερε πώς να το ψήσει. Κι’ ήλεε πώς να κάμω να το ψήσω.

Το Μισικωλάκι που τάκουσεν από μέσ’ στο τσουάλι της είπε: βγάλε με από δω μέσα να σου δείξω πώς να με ψήσεις.

Ηπίστεψεν η Μάρω και το λευτέρωσε.

Το Μισικωλάκι ήρχισε να τη δασκαλέβγει. Να έτσι να θα κάμεις και θα με βάλεις μέσ’ το τσουάλι κι’ ήπιασε τη Μάρω και την τσουβάλιασε. Ύστερις θα πιάσεις τους δυό πουγούνους του τσουβαλιού και θα τους δέσεις σφιχτά –και τώλεε και τώκανε. Κι έτσι κατάφερε κι’ έβαλε τη Μάρω με το τσουβάλιγ και την ήριξε με στο φούρνο να ψηθεί. Απός ηψήθηκε την ήβγαλεν όξω, της ήκοψεν το σηκώτιν και το σέρβιρε στο τραπέζι για να το φάει η μάγισσα. Ύστερις ησηκώθην κι’ ήφυε.

Άμα η ηποϋρίστην η μάγισσα βρήκε το τραπέζι στρωμένο με το σηκώτιν κι’ ήπεσε με τη μούρη και τώφαν. Ηφώναζεν και της Μάρως αλλά δεν απεκούσε.

Ηπήεν κι’ ήψαξε στο κρεβάτιν της και δεν την ήβρε πούμετα. Τότες το κατάλαβεν πως ήφαεν το σηκώτιν της κόρης της. Παίρνει το φυλάκιν της πάλιν και τρέχει και πά στην απιδιά. Εϊδεν το Μισικωλάκι ανεβασμένο στο δέντρο κι’ ήπαιζεν το πιδαύλιν του και τούλεεν πάλι.

Έ, Μισι-Μισικωλάκι Ρίξε μου ‘ναν απιδάκι

Να χαρείς το πιδαυλάκι

Το Μισικωλάκι της ήριξεν ένα. Έν το βρίσκω ήλεεν πάλιν η γρέ. Το Μισικωλάκι όμως ηπονηρεύτηκεν πια και έν ηξανακατέαινεν. Ύστερις τούλεεν η μάγισσα. Πες για μπάρε μου πώς να κάμω ν’ ανέβω να κόψω ατή μου.

Να βάλεις πιάτα-πιάτα να πατήσεις και ν’ ανέβεις. Ήβαλλεν πιάτα-πιάτα, ηπήεν να πατήσει, ησπούσαν τα πιάτα, κι’ ήπεφτεν κάτω.

Και πάλιν τούλεε, πώς να κάμω ν’ ανέβω.

Να βάλεις αυγά-αυγά και ν’ ανέβεις. Ησπούσαν και τ’ αυγά κι’ ήπεφτεν πάλι κάτω. Ησπαρούγγωνε η γρέ το θθυμόν της και ηπαρακάλαν πάλι.

Πες μου Μισικωλάκι πώς να κάμω ν’ ανέβω.

Α σου πω τι α κάμεις. Θα πυρώσεις ένα σίδερο στη φωτιά κι’ απέ θα το περάσεις στο μπισινό σσου και θ’ ανέβεις μια χαρά.

Ήκαμεν η μάγισσα κατά που της είπεν, ήβαλεν το πυρομένο σίδερο στο μπισινό της κι’ ηφουρλάτνισε κι’ ηπετάχτην μισοούρανα κι’ ήπεσεν κάτω κι’ ήσκασε. Κι’ έτσι ηγλύτωσεν το Μισικωλάκι κι’ ηπήεν σπίτιν του κι’ ηζήσανε καλά και μεις καλλίτερα.

————————–

Σιγά μην και σας δώσω γλωσσάρι – XD
πάρτε αγριαπιδιές!

bloomy sage-leafed pear tree thorny sage-leafed pear tree

 


***********The story also appears in English in my friend Eleni’s blog. It is a lighter version with less roughness and brutality. It looses a lot like this, but you do want your children to be able to sleep at night, don’t you?***********

.

Thursday January 22, 2009 – 10:42pm (EET)

Next Post: “Limani”, “Potami”, “Chorio”, “Panigiri”, “Paralia”

Previous Post: Jurgen the Nomad

.

.

Comments

(9 total)

.

Άψογο! Ούτε που θυμάμαι πότε στο έδωσα αυτό το σκληροπυρηνικό κείμενο…

Friday January 23, 2009 – 02:03pm (EET)

.

Κάπου περίπου μετά που γνωριστήκαμε μ’ αυτό ασχολιόσουν και μου είχε κάνει εντύπωση.

Friday January 23, 2009 – 11:33pm (EET)

.

Done the thing and posted entry. Couldn’t put the images in place either. Needed more banging.

Saturday January 24, 2009 – 01:36pm (PST)

.

Το Μισοκωλάκι

– ένα παραμύθι όπως λέγεται στην Ικαρία σε μία από τις πολλές τοπικές παραλλαγές –
(Αφήγηση: Αργυρώ Γιάκα, ετών 67 από το χωριό Άγιος Πολύκαρπος Δήμου Ραχών Ικαρίας. Καταγραφή: Βασιλική, Μαρία, Βιολέτα, μαθήτριες Γυμνασίου –Απρίλιος 2002)

– – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – –

Ήταν μια φορά μια οικογένεια μεγάλη και πολύ φτωχή. Μάνα, πατέρας και παιδιά ’εν είχανε να φάνε. Μια μέρα λέει η μητέρα στον άντρα της:
-Τι θα ψήσομεν σήμερα;
Και λέει ο άντρας της:
-Να σου φέρω αλεύρι να ζυμώσεις;
Πήγε λοιπόν το αλεύρι κι αυτή άρχισε να ζυμώνει.
Τα παιδιά ήταν τόσο πεινασμένα, που παίρνανε την ζύμη λίγη-λίγη, την πλάθανε κουλουράκια, τη βάζανε στη φωτιά να ψηθεί και την τρώγανε. Έτσι η ζύμη τελείωσε.
Έρχεται το βρά ’υ ο άντρας της και την ρωτάει:
-Που ’ναι το ψωμί που ’φτιαξες;
Εκείνη του είπε:
-Τα παιδιά έφαγαν όλο το ζυμάρι.
Ο πατέρας γίνηκε θεριό άγριο και ήταν έτοιμος να τα σκοτώσει, αλλά είπε στην κυρά:
-Ετοίμασε τα μικρά, θα πάω να τα ξορίσω.
Αλλά τα μικρά πριν φύγουνε πήρανε μαζί τους φασόλια και στο δρόμο που πηγαίνανε τα ρίχνανε πίσω τους για να μπορούν ύστερα να επιστρέψουν.
Ο πατέρας τα πήγε τόσο μακριά που νόμιζε πως ‘εν θα μπορέσουν να γυρίσουν ποτές μα έλα που τα παιδιά ήταν τόσο πονηρά, που την πρωίαν ήταν πάλι σπίτι. Ο πατέρας όταν τα δε γίνηκε Τούρκος. Λέει της κυράς του:
-Ετοίμασε τα μικρά θα τα xορίσω πάλι .
Αυτή τη φορά πήραν μαζί τους ρεβίθια και ξαναγυρίσανε την άλλη μέρα.
Όταν τα είδε ο κύρης τους να ετρελάθηκε από το θυμό του. Πιάνει το τσεκούρι και τα σκοτώνει ένα -ένα. Το πιο μικρό όμως δεν το πρόλαβε και του ’κοψε μόνο τον πισινό. Ύστερα αυτό πήγε και κρύφτηκε πίσω από ένα μπαούλο. Η κέρα έπιασε κι έκλαιγε και χτυπιόταν:’’Αχ , τι θα κάνουμε τώρα που τα σκότωσες κι είμαστε δίχως παιδιά;’’ Εκεί λοιπόν πετιέται το Μισοκωλάκι και φωνάζει: ΄΄Εγώ είμ’ εδώ΄΄. Τότε ο πατέρας του έτρεξε να το πιάσει, αλλά αυτό έφυγε απ’ το σπίτι και πάλι ’εν το πρόλαβε.
Στο δρόμο που επήενε απάντησε μια γριά μάγισσα. Του λέει: ΄΄Α, εσύ είσαι το Μισοκωλάκι΄΄, και κίνησε να το πιάσει. Εκεί πού ’τρεχε ο μικρός , βλέπει μια αχλαδιά κι ανεβαίνει απάνω. Η γριά από κάτω φώναξε:΄΄Ε , μισέ, Μισοκωλάκι! Ρίξε μου ένα αχλαδάκι΄΄. Το Μισοκωλάκι της έριξε ένα, μα η γριά έκανε τη στραβή και του είπε: ΄΄κατέβα βρε να μου το δώκεις γιατί ’ε βλέπω΄΄. Όμως το παιδί ’εν κατέβηκε γιατί φοβόταν. Τότε η γριά του ξαναφωνάζει: ΄΄ Ε , μισέ, Μισοκωλάκι! Ρίξε μου ένα αχλαδάκι΄΄. Της ξαναρίχνει το λοιπό και εκείνη του φωνάζει:΄΄κατέβα βρε να μου το δώκεις γιατί έχω στραβωθεί…΄΄. Τότε το Μισοκωλάκι κατέβηκε να βρει το αχλάδι. Η γριά όμως είχε μαζί ένα τσουβάλι, πιάνει το Μισοκωλάκι, το βάζει μέσα και το δένει καλά από πάνω.
Στο δρόμο που επήενε φώναζε:΄΄ πύρωνε Μαρού, το φούρνο και καλό μεζέ σου φέρνω΄΄. Κάποτες η γραί πόνεσε τη μέση από το βάρος. Άφηκε το τσουβάλι χάμω και πήγε πιο πέρα να κατουρήσει. Ώσπου να πάει και να ΄ρτει ήβγε όξω το Μισοκωλάκι και έβαλε μες το τσουβάλι πέτρες. Στο δρόμο η γριά από το βάρος τ ΄ακούμπαγε συνέχεια και έλεγε:΄΄ γιατί με κόβγεις, βρε Μισοκωλάκι;΄΄, και όσο έφτανε στο σπίτι έκραζε τη Μαρού να πυρώσει το φούρνο. Πόσωσε η γριά στο σπίτι κι έπιασε ν’ αδειάσει το τσουβάλι. Εκεί που λες γυρίζει το κεφάλι και βλέπει το Μισοκωλάκι πάνω σ’ ένα ράφι. Ήθελε λοιπόν να το πιάσει αλλά έπρεπε να το κάνει με τρόπο. Του φωνάζει:
-Μίλησε, Μισοκωλάκι, πως ανέβηκες απάνου;
Και το πονηρό Μισοκωλάκι της απαντά:
-Έβαλα πιάτα -πιάτα κι ανέβηκα.
Πιάνει η γριά ν’ ανέβει πας τα πιάτα, πέφτει και τσακίζεται.
-Ε, Μισοκωλάκι, πως ανέβηκες απάνω;
-Έβαλα παγκέτες –παγκέτες κι ανέβηκα.
Αρχίζει κι η γριά να βάζει παγκέτες κάνει ν’ ανέβει, πέφτει κατάχαμα.
Τελευταία της λέει το Μισοκωλάκι:
-Έβαλα ένα πυρωμένο σίδερο στον πισινό και ανέβηκα εδώ πάνω.
Παίρνει η γριά τη μασιά, τη ρίχνει μες το ’ζάκι και κάθεται πάνω. Μόλις άγγιξε το πυρωμένο σίδερο, έβγαλε φωνή μεγάλη και απόθανε από τον πόνο. Και έζησε το Μισοκωλάκι καλά και εμείς καλύτερα.

Sunday January 25, 2009 – 10:37pm (EET)

.

Δεν θυμάμαι, αγρίμι, αν σου ‘δωσα κι αυτή την εκδοχή. Τέλος πάντων, όπως βλέπεις είναι από μια γιαγιά το 2002. Με το πέρασμα του χρόνου αυτός ο άγριος τραχύς μύθος «ημέρεψε» κάπως. Μαλάκωσε.

Sunday January 25, 2009 – 10:40pm (EET)

.

Πολύ πείνα, ρε παιδί μου, έπεφτε τα παλιά χρόνια. Να μη τολμάει μια γυναίκα να ευχηθεί να έχει πολλά παιδάκια, έπεφτε μπαλτάς!

Monday January 26, 2009 – 10:20pm (EET)

.
  • DD
  • Offline

Πολλά παιδιά πολλά στόματα… και οι χρόνοι τραχείς και δύσκολοι… Ετσι ξεπέσαμε στην ανυδρία του ενός-δύο παιδιών και στην συρρικνωσή μας… Περισσότερα χρήματα λιγότερα παιδικά γέλια… Αξιζει το τίμημα? ή καλύτερη η πείνα, αυτή του στομαχιού, από εκείνη της καρδιάς!!!
Τέλειο το παραμύθι… αλλά ακόμη καλύτερη η γλώσσα του, η ζωντανή, η ταξιδεύτρα.

Wednesday January 28, 2009 – 07:21am (CET)

.

Α μπράβο! Εσύ, σαν να μου φαίνεται, κατάλαβες γιατί δεν έβαλα γλωσσάρι!

Thursday January 29, 2009 – 08:34pm (EET)

.

The language of the original sounds a bit like «abracadabra» white magic. It has a soothing effect. I read this to my son in a heavy sweet voice with as best old Ikarian accent as I could and he was magnetized!

Friday January 30, 2009 – 03:31am (PST)

.
.

Σχολιάστε