Posts Tagged history

The Greek Slave


.

..
Two weeks already as a self deportee in a windy and cold Ikaria and I am looking through Eleni’s art books as I have done before. I found «THE GREEK SLAVE» by Jean-Léon Gérôme. The genre is neoclassicism, sub-genre ‘orientalism’, between cartoon and photography and trop bourgeois if you ask my opinion as a whole, but
the Slave captured me. I think she makes an exception. It’s not another Ancient Greece nude, by  the way. She a captive in the War of Greek Independence and she is being sold in the markets of Egypt. The painting is unfinished and this adds to the charm. Maybe in the end she managed to escape?
..

The Greek Slave by Jean-Léon Gérôme

So let this be the third  part the

tri-

lo-

gy.

To make four, a satyric drama, anybody?

.
.
.
.
Wednesday March 13, 2012
.
Next post: Satyricon
.
.
.
Advertisements

3 Σχόλια

Μην κλαίτε! Δεν είναι ξερόβραχος!


.

Μια ιστορία για τον φόβο

(for an English version click here)

.

ººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººº

Βαγγέλης Ρίνας, Πειραιάς 1948

ººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººº

  Την άνοιξη του 1947, ενώ η σύγκρουση μεταξύ εθνικιστών και των κομμουνιστών στα βουνά της βόρειας Ελλάδας είχε εξελιχτεί σε σκληρό εμφύλιο πόλεμο που φαινόταν ότι θα διαρκούσε πολύ, η εθνικιστική κυβέρνηση της Αθήνας, θέλοντας να εμποδίσει την ανάπτυξη κινημάτων στις πόλεις, διέταξε τη σύλληψη χιλιάδων υποστηρικτών της Αριστεράς και τη μεταφορά τους σε απομονωμένα, δυσπρόσιτα νησιά του Αιγαίου.

   Συλλήψεις και εκτοπισμοί γίνονταν και στο προηγούμενο διάστημα, όμως αυτήν τη φορά η επιχείρηση εκτελέστηκε μαζικά. Μια νύχτα εκείνης της άνοιξης η αστυνομία άρπαξε μέσα από τα σπίτια τους πολλές εκατοντάδες πολίτες της εργατικής και της μεσαίας τάξης. Πολλοί χωρίς αποσκευές, άλλοι ακόμα με τις πυτζάμες, σωριάστηκαν σε φορτηγά και οδηγήθηκαν στον Πειραιά όπου τους περίμεναν πλοία έτοιμα να σαλπάρουν.

   Ένας από αυτούς ήταν ο θείος μου.

ººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººº

Ατμόπλοιο 'Χειμάρρα'

ººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººº

Ανεβαίνοντας τη σκάλα του καραβιού ρώτησε ένα ναύτη

– Που πάει το πλοίο;

– Δε θα το ξέρεις το μέρος. Πάμε Ικαρία.

   Ο καλός θείος, σαν παλιός πρόσφυγας που ήταν, γνώριζε αρκετά ώστε να μην αφήσει να του φύγει κουβέντα. Έψαξε και βρήκε αμέσως ένα ήσυχο μέρος στο κατάστρωμα, έβγαλε απ’ τη τσέπη του και πέταξε στη θάλασσα τη ταυτότητά του. Ήταν προπολεμική κι έγραφε τόπο διαμονής “Ικαρία”. Ξέροντας ότι ποτέ δεν εξόριζαν κάποιον στην ίδια του την πατρίδα, ήταν βέβαιος ότι αν τον ανακάλυπταν θα τον μετέφεραν αμέσως σε πλοίο για άλλο νησί.

  Μόλις που πρόλαβε. Σε λίγο ήρθαν για έλεγχο οι χωροφύλακες που θα συνόδευαν τους κρατούμενους.

– Που είναι η ταυτότητά σου;

– Δεν πρόλαβα να την πάρω μαζί μου.

– Πως σε λένε;

– Αγγελίδη, απάντησε σκαρώνοντας επιτόπου επίθετο από το μικρό όνομα της μητέρας του.

– Από που είσαι;

– Από τη Σμύρνη της Μικράς Ασίας.

– Α, Τουρκόσπορε, βρωμοπρόσφυγα! Κάτσε φρόνιμα μη σε πετάξουμε στη θάλασσα! είπαν κι έφυγαν.

ººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººº

Σ’ εκείνο το καράβι, ο θείος πρέπει να ήταν ο μόνος χαρούμενος επιβάτης. Θα ξανάβλεπε τη Νικαριά μετά από πολλά χρόνια που οι επικοινωνίες είχαν διακοπεί. Μόνο όταν πάτησε το πόδι του στο νησί κατάλαβε ότι υπήρχε ένα μικρό πρόβλημα. Όταν ζούσε εκεί αλλά κι αργότερα που πήγαινε σαν επισκέπτης, ήταν πολύ κοινωνικός και γλεντζές, πολύ δημοφιλής σε άντρες και γυναίκες. Τώρα λοιπόν οι παλιοί φίλοι τον αναγνώριζαν ανάμεσα στους εξόριστους και, χωρίς να δίνουν καμία σημασία στους χωροφύλακες και στο οφθαλμοφανές γεγονός ότι ο θείος ήταν αιχμάλωτος, τον χαιρετούσαν μεγαλόφωνα και θερμά

– Ε, εδώ είσαι; Καλωσόρισες! Τι κάνεις; Τι χαμπάρια;

   Όταν γινόταν αυτό, ο καημένος ο θείος γύριζε το κεφάλι και παρίστανε ότι δεν μιλούσαν σ’ εκείνον. Μόνο στον καλύτερο φίλο του που επέμενε, είπε

– Σε παρακαλώ, σταμάτα να με φωνάζεις. Με περνάς για κάποιον άλλο. Εμένα με λένε Αγγελίδη.

   Ο φίλος που, εννοείται, γνώριζε το μικρό όνομα της μητέρας του θείου, μπήκε επιτέλους στο νόημα. Του είπε τότε με δυνατή φωνή (για ν’ ακούνε κι οι χωροφύλακες)

– Ω με συγχωρείς. Ήμαστε πολύ μοναχικά εδώ. Ήταν πόλεμος και πεθυμήσαμε πολύ τους παλιούς φίλους. Όταν βλέπουμε ξένους, καμιά φορά τους περνάμε για ‘κείνους. Με συγχωρείς”.

   Κι έτρεξε να πει και στους άλλους το μυστικό. Ο φίλος τους ήταν εξόριστος, έκρυβε το όνομά του κι έπρεπε να κάνουν πως δεν τον ξέρουν.

ººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººº

Ενθύμιον Ικαρίας, 7 Οκτωβρίου 1947. Εκτοπισμένοι πολίτες στον 'Aγιο Κήρυκο Ικαρίας. Διακρίνονται από αριστερά οι Τριφύλλης, Καλοκαιρινός, Αυγερόπουλος και Σπύρος Γαρέζος. Αρχείο Μαρίας Γαρέζου

ººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººº

  Ο θείος πέρασε καλά στην Ικαρία γιατί είχε μια ξεκάθαρη αποστολή. Επειδή γνώριζε πρόσωπα και πράγματα, έγινε ο κρυφός σύνδεσμος ανάμεσα στους συντρόφους του και στους Καριώτες. Απολαμβάνοντας την εμπιστοσύνη και των δύο πλευρών, μεσολαβούσε ώστε να λύνονται πολλά πρακτικά ζητήματα. Αλλά το κυριότερο που έκανε ήταν ότι βοήθησε τόσο τους εξόριστους, όσο και τους Καριώτες στο θέμα του φόβου. Τους μεν πρώτους να ξεπεράσουν τον φόβο για την αβέβαιη μοίρα τους, δίνοντάς τους να καταλάβουν ότι η Ικαρία είναι ένα μεγάλο κατοικημένο νησί όπου οι άνθρωποι τους βλέπουν με συμπάθεια, και ότι γι’ αυτόν το λόγο θα ήταν πολύ δύσκολο για τις αρχές να προβούν σε ομαδικές εκτελέσεις και βασανιστήρια. Τους δε δεύτερους, να αντισταθούν στην προπαγάνδα ότι οι εξόριστοι ήταν “μιάσματα” -“τέρατα που αρπάζουν μωρά και τα τρώνε”.

ººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººº

Πίσω στον χρόνο, πίσω στον Πειραιά…

  Την ώρα που οι εξόριστοι επιβιβάζονταν στα βαπόρια, πλήθος από οικογένειες μαζεύονταν στις αποβάθρες.

– Που τους πάτε; Που πάτε τους άντρες μας; φώναζαν κι έκλαιγαν.

  Αντί για απάντηση οι αστυνομικοί παρατάχτηκαν και σήκωσαν τα όπλα τους. Το πλήθος σώπασε.

  Ακούστηκε το πρώτο σφύριγμα για αναχώρηση. Κάποιοι καθυστερημένοι ναύτες προσπαθούσαν με κόπο να διασχίσουν το πλήθος για να φτάσουν στα πλοία. Οι γυναίκες τους τραβούσαν από τα σακάκια, έπεφταν πάνω τους και τους ρωτούσαν

– Που πάει το καράβι σου; Που πάτε;

– Σ’ ένα νησί εκεί πέρα. Στην Ικαρία, είπε ένας κι έτρεξε στο καράβι του.

   Η είδηση διαδόθηκε σαν τη φωτιά στα ξερά χόρτα.

– Που είναι η Ικαρία; Τι είναι η Ικαρία;”

(Εδώ ο αναγνώστης πρέπει να γνωρίζει ότι την εποχή εκείνη τα μικρότερα νησιά του Αιγαίου ήταν σχεδόν άγνωστα στον πολύ κόσμο. Τα Δωδεκάνησα μόλις είχαν ενωθεί με την Ελλάδα, κι ενώ ίσως πολλοί ήξεραν τη Λέσβο, τη Χίο ή τη Σάμο, ωστόσο νησιά όπως η Λήμνος, ο Άγιος Ευστράτιος, η Αμοργός, η Φολέγανδρος, η Ικαρία, για το συλλογικό συνειδητό, όπως θα λέγαμε σήμερα, απλά “δεν υπήρχαν”.)

– Ποιος έχει ακουστά αυτό το μέρος. Θα ‘ναι κανένας βράχος, κάποιος είπε.

– Σίγουρα κάνας βράχος καταμεσής στο πέλαγος, συμπλήρωσε άλλος.

   Όσοι ήταν γύρω τους και τους άκουσαν, ανατρίχιασαν. Δεν είχαν περάσει πολλά χρόνια απ’ τον πόλεμο κι όλοι θυμόνταν τις θηριωδίες των Γερμανών στη διάρκεια της κατοχής. Και τώρα πάλι όπως και τότε ίδια ήταν η βιαιότητα των συλλήψεων, ίδιος ο τρόμος, ίδια κι η αδικία κι ο παραλογισμός. Ήταν ζήτημα δευτερολέπτων για τις πιο ηλικιωμένες γυναίκες, μανάδες, να κάνουν τον συσχετισμό.

– Θα πετάξουν τα παιδιά μας σ’ ένα ξερόβραχο και θα τα παρατήσουν! Και καθώς είναι πολλοί και ο βράχος θα είναι μικρός, δεν θα έχουν χώρο να σταθούν. Θα σπρώχνονται, θα κουράζονται, θα πέφτουν ένας-ένας στη θάλασσα και θα πνίγονται!

  Τα νέα αυτή τη φορά κυκλοφόρησαν ακόμα πιο γρήγορα. Οι γυναίκες βαριαναστέναξαν και άρχισαν να ουρλιάζουν

– Όχι! Όχι! Κατεβάστε τους! Φέρτε τους πίσω!

  Κάποιες λιποθύμησαν ενώ οι πιο τολμηρές έκαναν μερικά βήματα προς τους αστυνομικούς (1).

   Και τότε ξαφνικά ακούστηκε μια δυνατή γυναικεία φωνή:

– Μην κλαίτε! Δεν είναι ξερόβραχος!

   Ήταν μια Καριωτίνα. Είχε κατέβει στο λιμάνι μήπως δει γνωστά πρόσωπα πάνω στα καράβια, μήπως μπορέσει να τους χαιρετίσει. Κι ενώ έψαχνε με τα μάτια τα καταστρώματα, μια γνωστή της πιο δίπλα, μεγαλύτερή της γυναίκα, αρπάχτηκε πάνω της φωνάζοντας

– Θα τους πνίξουν! Θα τους αφήσουν στην Ικαρία που είναι μια ξέρα και θα πνιγούν!

   Τα ΄χασε όταν κατάλαβε τι τρομερή φήμη είχε κυκλοφορήσει στο πλήθος. Ξεπερνώντας όμως την έκπληξή της, όρμησε τότε και, γυρίζοντας ανάμεσα στις γυναίκες, τους έλεγε

– Ακούστε με! Στην Ικαρία ζει ο πατέρας μου! Κι εγώ εκεί μεγάλωσα και πήγα σχολείο! Είναι ένα μεγάλο νησί με πολύ κόσμο. Ησυχάστε κι ελάτε να σας εξηγήσω.

   Η Καριωτίνα ήταν μια ψηλή γυναίκα με ξανθά μαλλιά και σοβαρό πρόσωπο. Όμως τα μάτια της ήταν καλοσυνάτα και κάπου στο βάθος παιχνίδιζε μέσα τους ένα χαμόγελο. Ήταν μοδίστρα. Στη διάρκεια της κατοχής είχε πάρει μέρος στην αντίσταση. Ήταν μια γυναίκα που ήξερε να μιλάει στον κόσμο.

– Η Ικαρία είναι ένα μεγάλο πράσινο νησί με πολλά νερά και χωράφια και σπίτια, άρχισε. Έχει πολλά χωριά, μικρά και μεγάλα, και καλούς φιλόξενους ανθρώπους. Έχει βουνά και ποτάμια και πολλά δέντρα. Δεν ξέρω τον λόγο πάντως σας λέω, αποκλείεται να στέλνουν εκεί τους ανθρώπους μας για να βασανιστούν. Και βέβαια, Θεός φυλάξει, δεν θα πέσουν στη θάλασσα. Ίσα-ίσα που λέω, νέοι άνθρωποι είναι κι αγωνιστές, μια χαρά θα τα πάνε. Και σπίτια θα βρουν να μείνουν κι ο κόσμος εκεί θα τους βοηθήσει.

   Με ανακούφιση άκουγαν τα λόγια της οι γυναίκες κι ησύχαζαν. Άρχισαν δειλά-δειλά να ρωτάνε

– Έχει Ταχυδρομείο; Κάθε πότε έχει βαπόρι; Πόσο μακριά είναι; Πως να στείλουμε χρήματα, ρούχα και τρόφιμα;

  Το πλήθος ήταν ήσυχο τώρα. Τα καράβια σφύριξαν και σήκωσαν άγκυρα. Γύρισαν τις πλώρες και σάλπαραν για το Αιγαίο που, ανυποψίαστο για το δράμα, λαμπύριζε ολόφωτο στ’ ανοιχτά. Άσπρα μαντίλια ανέμισαν στον αέρα

– Στο καλό! Στο καλό! Να γυρίσετε γρήγορα!

Η μάχη της αξιοπρέπειας είχε κερδηθεί. Ο τρόμος και το χάος είχαν νικηθεί.

ººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººº

ººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººº

   Στην Ικαρία τώρα οι εξόριστοι, όπως είχε προβλέψει η Καριωτίνα στο λιμάνι, έδωσαν τις μάχες τους, οργανώθηκαν κι η ζωή τους τακτοποιήθηκε σύντομα. Δεν υπήρχαν φυλακές ούτε συρματοπλέγματα. Ήταν μόνο εξορία. Εξορία όμως που, καθώς έφθαναν συνεχώς κι άλλα καράβια, φάνηκε πως ήταν σε έκταση τέτοια που πρώτη φορά καταγραφόταν στα χρονικά. Τελικά, το νησί γέμισε εξόριστους. Μόνο και μόνο λόγω του μεγάλου αριθμού τους, δεν γινόταν παρά οι συνθήκες να είναι σχετικά ήπιες. Κι εκείνοι, παρά τα καψόνια, τις στερήσεις και τις ταλαιπωρίες, ζούσαν σε καθεστώς ημι-ελευθερίας. Όπως έλεγε ο θείος μου

  Δεν ήμασταν φυλακισμένοι και δεν ονομάζαμε τους εαυτούς μας εξόριστους. Αυτό θα ήταν υποτιμητικό. Δεν ήμασταν απόβλητοι. Θεωρούσαμε τους εαυτούς μας μαχητές της δημοκρατίας κι έτσι λέγαμε πως ήμασταν όμηροι. Κι έτσι περνούσαμε τις δυσκολίες με κέφι και ψηλό ηθικό.

ººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººº

ººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººº

   Μετά το τέλος του εμφύλιου πολέμου ο θείος μου κι οι άλλοι “όμηροι” γύρισαν και δουλεύοντας σκληρά ξανασήκωσαν σιγά-σιγά την Ελλάδα μέσα από τα ερείπια. Στην Ικαρία είχαν κάνει καλές δοκιμές. Εκεί ο φοιτητής της ιατρικής φρόντισε τους πρώτους ασθενείς του, ο μουσικός έγραψε τα πρώτα κομμάτια του, ο ζωγράφος ζωγράφισε τα πρώτα έργα του. Εκεί οι μελλοντικοί μηχανικοί κι αρχιτέκτονες επισκεύασαν σπίτια, πηγάδια και στέρνες, λιθόστρωτα μονοπάτια και νερόμυλους. Κατοπινοί σπουδαίοι τεχνίτες έφτιαξαν πράγματα χωρίς εργαλεία, δημοσιογράφοι έστησαν εφημερίδες γραμμένες στο χαρτί του μπακάλη, πολιτικοί δοκίμασαν την ευφράδεια τους μιλώντας στα πουλιά, φιλόσοφοι δημοσίευσαν τα πρώτα τους δοκίμια στα σύννεφα.

ººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººº

   Όλα αυτά σε μένα πάντα θύμιζαν λίγο τα θαυμαστά κατορθώματα των ναυαγών στη “Μυστηριώδη Νήσο” του Ιουλίου Βερν. Τελικά, στην όμορφη γη δεν υπάρχουν ξερόβραχοι. Μόνο κάποια μέρη που ξεράθηκαν γιατί η άγνοια κι ο φόβος έκαναν τους ανθρώπους να σκύψουν το κεφάλι και να παραιτηθούν.

  * στη μνήμη του Σ. (για τα παιχνίδια και το σπίτι)

  * στη μνήμη της Φ. (για το σπίτι και τις ιστορίες)

ººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººº

Σημειώσεις:

(1) Απορεί κανείς σήμερα πως οι γυναίκες έβαλαν με το μυαλό τους τέτοιο φρικτό τέλος για τους δικούς τους. Και όμως, τόσο η ιστορία όσο και η λαϊκή παράδοση έχουν καταγράψει ανάλογα περιστατικά. Παράδειγμα, το γνωστό Επτανησιακό τραγούδι της εποχής της Αγγλοκρατίας “Σ’ ένα παπόρο μέσα”. Πολλοί αιχμάλωτοι δεν έφταναν στην κρεμάλα. Στη διάρκεια του ταξιδιού τους πετούσαν στη θάλασσα.

Αναφορές:

α) Σύντομη περιεκτική ιστορία του Εμφυλίου στην Ελληνική Wikipedia.

β) Το “Εμφύλιος Πόλεμος: μια τραγωδία για όλους τους Έλληνες” στον ιστότοπο του Μουσείου Δημοκρατίας στον Άη Στράτη, ειδικά την ενότητα “1944: Απελευθέρωση και νέες πολιτικές συγκρούσεις” όπου πολλές φωτογραφίες και ντοκουμέντα από οικογενειακά αρχεία παλαιών εξορίστων.

γ) Από το ιστολόγιο “Κόκκινος Φάκελος” την καταχώρηση “Τόποι Εξορίας – Ικαρία” όπου εκτενής περιγραφή των συνθηκών της εξορίας με μαρτυρίες και ντοκουμέντα.

δ) Το αρχείο του εξόριστου στην Ικαρία επαγγελματία φωτογράφου Στέλιου Κασιμάτη “Με φόντο τα πλοία της εξορίας” στη σελίδα της Πολιτιστικής Εταιρείας “Φωτογραφίζοντας”.

Ευχαριστώ την Ελένη που είχε την έμπνευση να ανεβάσει στο μπλογκ της το Special Edition 1947. όπου είδα τη φωτογραφία του θείου μου και ξύπνησαν μέσα μου αυτές οι παλιές ιστορίες.

Και βέβαια ευχαριστώ τη Νανά (to agrimi) ιδιοκτήτρια του παρόντος ιστολόγιου για την φιλοξενία.


.
.
Tuesday March 6, 2012
.
Next post: The Greek Slave
.
Previous post: Αντίο Αθήνα
.
.

5 Σχόλια

Το Μισοκωλάκι και άλλες τρομακτικές ιστορίες από την Ικαρία σε κόμικς


.
.
(For English go to Eleni's blog)
.
«Εν ηφτάνουσι τα λόγια!»
.
Ζόμπις, νεράιδες, φαντάσματα, παραμύθια και άλλες καριώτικες ιστορίες

Εγκαίνια: Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2009 – ώρα 20.00 μ.μ.
Χώρος: bartesera, Κολοκοτρώνη 25, Στοά Πραξιτέλους, Αθήνα.
Διάρκεια: 16 Φεβρουαρίου – 02 Απριλίου 2009

Πήραμε μια παραγγελία (λατρεύουμε τις παραγγελίες!) να διαφημίσουμε αυτήν την έκθεση κόμικς με παλιές ιστορίες από την Ικαρία. Μια από τις ιστορίες είναι το Μισοκωλάκι (ή Μισικωλάκι) την οποία ξέρω και μου αρέσει πολύ. Έχει έναν τζοχάδα πατέρα, μια μάνα με καταπιεσμένα μητρικά, έχει κουκιά, έχει ένα μικρό και ελλιποβαρές, κυνηγημένο πλην έξυπνο παιδί, έχει μια κακιά και ηλίθια μάγισα, έχει μια απιδιά και έχει και μουσική με πηδαύλι, πάει να πει φλογέρα.

.

.
he's an avid tree climber, by googoojue | Flickr

source

.

.

Παίρνω λοιπόν και σας δείχνω πρώτα την ζωγραφιά του κομίστα Θανάση Ψαρρού που βρήκα στην προδημοσίευση στο site της συντεχνίας τους comicart.gr που δείχνει την κακιά μάγισα κάτω από την απιδιά.

misikolaki Ikaria 4

και αντιγράφω την ιστορία στην πιο αυθεντική hardcore αιματοβαμένη version σε επίσης hardcore παλιά Ικαριακή διάλεκτο η οποία κατά τη γνώμη μου ταιριάζει καλύτερα σ’ αυτή την ιστορία. Απολαύστε λοιπόν τον αληθινό, τον δικό μας Κοντορεβυθούλη -κι όποιος αντέξει.

ΠΑΡΑΜΥΘΙ

ΜΙΣΙΚΩΛΑΚΙ

(καταγραφή και επιμέλεια Αλέξ. Πουλιανός, Ικαριακά Γράμματα, 1959)

misikolaki Ikaria

 

Μια φορά γκι’ ένα γκαιρό ήτανε ένας πατέρας και μια μάνα. Τώχανε μεάλο γκαμόμ που εν ηκάνασιν παιδιά. Μια μμέραν ο πατέρας ήλειπεν όξω στα χωράφια. Η μάνα ‘ πόμεινε σπίτιν να μαηρέψει. Το λοιπόν, εκεί που ξεμάτιζεν κουκιά, της ήρτεν να πει. Άχου Παναΐα μου κι’ ας ήταν νάταν παιδιά ικά μου τα κουκιά πούχω στην ποδιά. Έν ηπρόλαεν να τελέψει τη γκουέντα κι’ ούλα τα κουκιά εγινίκασιν παιδιά. Ούλο το σπίτι ήτανε ένα μονοφώνι αφ’ το ταβατούρι που κάνασιν. Εκεά ‘πισπέρα ηποϋρίστην κι’ ο άντρας της. Άμα είδεν μεσ’ στο σπίτι ένα σωρόν παιδιά ησάστισε. Η γυναίκα μαθόν τούπε πως έτσι, αφ’ το μεράκιν της που εν ήκανεν παιδιά της ξέφυγεν ο λόγος κι’ είπε να γίνονταν τα κουκιά παιδιά. Και κείνα μαθόν εγινήκασι. Έναν γκερεμέ ηκλαίασιν και ηφωνάζασι τα παιδιά κι’ ηγυρεύγασιν ψωμί. Και που ο κακοοίρης να μπουκώσει τόσα στόατα. Εκεά ηθύμωσε κι’ ηπήρεν την τσατήρα και τάσφαξεν ούλα.

Μετά λίην ώραν του συνέμπε κι’ είπεν της γυναίκας του:

– «Κρίμας, να η γκρατήσω ένα να τώχομε συντροφιά να μας φυλάει και την απιδιά».

Ά, ηξέχασα να σας πω. Τον γκαιρόν που ξεμάταν τα κουκιά η γυναίκα, της ξέφυγεν το μαχαίρι κι’ ηχάραξεν το πίσω του κουκιού. Άμα ήγινεν παιδίν αυτό το κουκί, φγήκεν κοψοκωλιασμένο. Εν ήταν βαρονούσικο. Την ώρα που σφαζόντανε τα’ αέρφια του, αυτό ηπήεν άθορο, κρυφά-κρυφά κάτ’ αφ’ τη μυλόπλακα του χερόμυλου κι’ ησκεπάστηκε με τη λακανίδα κι’ ηπερίενεν πια τα’ αποϊσόμενο.

Άμα ήκουσε τον πατέρα να λέει πως ήθελε νάμενεν ένα ζωντανό, σηκώνει τη λακανίδα και σαρτέβγει μεσ’ τη μέση. Άμα τώδε τα’ αντρόυνο, ηχαρίκανε κι’ ήμεινε πια παιδίν τους. Επειδής ήτανε κοψοκωλιασμένο, το ‘νοματίσανε από τότες Μισικωλάκι.

Την άλλη μμέρα κιόλας του δώσανε ένα μπιδαυλάκι και το στείλανε να φυλάει την απιδιά.

Το Μισικωλάκι ηνέβηκε απά στην απιδιά και ηπιδαύλιζε.. Κείνην την ώρα πέρασε μια γρε και τώδε, ύστερις του φώναζε με παρακάλια.

Έ, μισι-Μισικωλάκι Ρίξε μου ‘ναν απιδάκι

Να χαρείς το πιδαυλάκι

Το Μισικωλάκι ήκοψεν έναν απίδιν και της τώριξεν κάτω. Η γρε καμώνονταν πως ηπαιδέβγετο να το βρει. Αυτή εν ήτανε γρε, ήτανε μάγισσα κι’ ήθελε να τα’ αρπάξει το Μισικωλάκι και επειδής εν ημπορούσε να σκαρφαλώσει στην απιδιά, ηπολεμούσε να το κάμει να κατέβει και να το φέρει χεροβολιά. Ηγύρισεν πάλιν η γρε κατ’ απάνω του και τούλεε.

Έ, μισι-Μισικωλάκι Ρίξε μου ‘ναν απιδάκι

Να χαρείς το πιδαυλάκι

Το κακόοιρον το Μισικωλάκι της ήριξεν κι’ άλλο. Η γρε πάλι το χχαβάν της: «Έν το βρίσκω. Ε καλοβλέπω κι όλας. Κατέβα να μου το βρεις».

Το Μισικωλάκι μ’ ένα σάρτο κατέβηκεν κάτω. Τ’ αρπά η μάγισσα και το μπουζουριάζει στο φυλάκιν της. Ύστερα τ’ ανεκρέμασε στημ πλάτην της κι’ ηπήαινεν σπίτιν της. Άμα ήνοιξεν τη μποριά της αυλής ηφώναζεν της κόρης της:

Άναψε Μαρού το φφούρνο Και καλό μμεζέ σου φέρνω.

Ήμπε στο σπίτιν της η μάγισσα κι’ ‘πόθεκεν το φυλάκιν απά στημ πεζούλα. Ήβγαλεν από μέσα το Μισικωλάκι και τόβαλε σ’ ένα τσουάλιν κι’ από πάνω τώδεσε. Ύστερις επίπεν της κόρης της. Εγώ πααίνω να κάμω κι’ άλλη ββότα. Άμα πυρώσει ο φούρνος να το ρίξεις μέσα το Μισικωλάκι μαζί με το τσουβάλι κι’ άμα γυρίσω νάχεις έτοιμον οφτόν να φάμε. ¨ηγυεν η μάγισσα κι’ ήμεινεν η κόρη της με το Μισοκωλάκι. Άμα ηπύρωσεν ο φούρνος, ηπήεν η κόρη να σηκώσει το Μισοκωλάκι αλλά ησκέφτηκε που δεν ήξερε πώς να το ψήσει. Κι’ ήλεε πώς να κάμω να το ψήσω.

Το Μισικωλάκι που τάκουσεν από μέσ’ στο τσουάλι της είπε: βγάλε με από δω μέσα να σου δείξω πώς να με ψήσεις.

Ηπίστεψεν η Μάρω και το λευτέρωσε.

Το Μισικωλάκι ήρχισε να τη δασκαλέβγει. Να έτσι να θα κάμεις και θα με βάλεις μέσ’ το τσουάλι κι’ ήπιασε τη Μάρω και την τσουβάλιασε. Ύστερις θα πιάσεις τους δυό πουγούνους του τσουβαλιού και θα τους δέσεις σφιχτά –και τώλεε και τώκανε. Κι έτσι κατάφερε κι’ έβαλε τη Μάρω με το τσουβάλιγ και την ήριξε με στο φούρνο να ψηθεί. Απός ηψήθηκε την ήβγαλεν όξω, της ήκοψεν το σηκώτιν και το σέρβιρε στο τραπέζι για να το φάει η μάγισσα. Ύστερις ησηκώθην κι’ ήφυε.

Άμα η ηποϋρίστην η μάγισσα βρήκε το τραπέζι στρωμένο με το σηκώτιν κι’ ήπεσε με τη μούρη και τώφαν. Ηφώναζεν και της Μάρως αλλά δεν απεκούσε.

Ηπήεν κι’ ήψαξε στο κρεβάτιν της και δεν την ήβρε πούμετα. Τότες το κατάλαβεν πως ήφαεν το σηκώτιν της κόρης της. Παίρνει το φυλάκιν της πάλιν και τρέχει και πά στην απιδιά. Εϊδεν το Μισικωλάκι ανεβασμένο στο δέντρο κι’ ήπαιζεν το πιδαύλιν του και τούλεεν πάλι.

Έ, Μισι-Μισικωλάκι Ρίξε μου ‘ναν απιδάκι

Να χαρείς το πιδαυλάκι

Το Μισικωλάκι της ήριξεν ένα. Έν το βρίσκω ήλεεν πάλιν η γρέ. Το Μισικωλάκι όμως ηπονηρεύτηκεν πια και έν ηξανακατέαινεν. Ύστερις τούλεεν η μάγισσα. Πες για μπάρε μου πώς να κάμω ν’ ανέβω να κόψω ατή μου.

Να βάλεις πιάτα-πιάτα να πατήσεις και ν’ ανέβεις. Ήβαλλεν πιάτα-πιάτα, ηπήεν να πατήσει, ησπούσαν τα πιάτα, κι’ ήπεφτεν κάτω.

Και πάλιν τούλεε, πώς να κάμω ν’ ανέβω.

Να βάλεις αυγά-αυγά και ν’ ανέβεις. Ησπούσαν και τ’ αυγά κι’ ήπεφτεν πάλι κάτω. Ησπαρούγγωνε η γρέ το θθυμόν της και ηπαρακάλαν πάλι.

Πες μου Μισικωλάκι πώς να κάμω ν’ ανέβω.

Α σου πω τι α κάμεις. Θα πυρώσεις ένα σίδερο στη φωτιά κι’ απέ θα το περάσεις στο μπισινό σσου και θ’ ανέβεις μια χαρά.

Ήκαμεν η μάγισσα κατά που της είπεν, ήβαλεν το πυρομένο σίδερο στο μπισινό της κι’ ηφουρλάτνισε κι’ ηπετάχτην μισοούρανα κι’ ήπεσεν κάτω κι’ ήσκασε. Κι’ έτσι ηγλύτωσεν το Μισικωλάκι κι’ ηπήεν σπίτιν του κι’ ηζήσανε καλά και μεις καλλίτερα.

————————–

Σιγά μην και σας δώσω γλωσσάρι – XD
πάρτε αγριαπιδιές!

bloomy sage-leafed pear tree thorny sage-leafed pear tree

 


***********The story also appears in English in my friend Eleni’s blog. It is a lighter version with less roughness and brutality. It looses a lot like this, but you do want your children to be able to sleep at night, don’t you?***********

.

Thursday January 22, 2009 – 10:42pm (EET)

Next Post: “Limani”, “Potami”, “Chorio”, “Panigiri”, “Paralia”

Previous Post: Jurgen the Nomad

.

.

Comments

(9 total)

.

Άψογο! Ούτε που θυμάμαι πότε στο έδωσα αυτό το σκληροπυρηνικό κείμενο…

Friday January 23, 2009 – 02:03pm (EET)

.

Κάπου περίπου μετά που γνωριστήκαμε μ’ αυτό ασχολιόσουν και μου είχε κάνει εντύπωση.

Friday January 23, 2009 – 11:33pm (EET)

.

Done the thing and posted entry. Couldn’t put the images in place either. Needed more banging.

Saturday January 24, 2009 – 01:36pm (PST)

.

Το Μισοκωλάκι

– ένα παραμύθι όπως λέγεται στην Ικαρία σε μία από τις πολλές τοπικές παραλλαγές –
(Αφήγηση: Αργυρώ Γιάκα, ετών 67 από το χωριό Άγιος Πολύκαρπος Δήμου Ραχών Ικαρίας. Καταγραφή: Βασιλική, Μαρία, Βιολέτα, μαθήτριες Γυμνασίου –Απρίλιος 2002)

– – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – –

Ήταν μια φορά μια οικογένεια μεγάλη και πολύ φτωχή. Μάνα, πατέρας και παιδιά ’εν είχανε να φάνε. Μια μέρα λέει η μητέρα στον άντρα της:
-Τι θα ψήσομεν σήμερα;
Και λέει ο άντρας της:
-Να σου φέρω αλεύρι να ζυμώσεις;
Πήγε λοιπόν το αλεύρι κι αυτή άρχισε να ζυμώνει.
Τα παιδιά ήταν τόσο πεινασμένα, που παίρνανε την ζύμη λίγη-λίγη, την πλάθανε κουλουράκια, τη βάζανε στη φωτιά να ψηθεί και την τρώγανε. Έτσι η ζύμη τελείωσε.
Έρχεται το βρά ’υ ο άντρας της και την ρωτάει:
-Που ’ναι το ψωμί που ’φτιαξες;
Εκείνη του είπε:
-Τα παιδιά έφαγαν όλο το ζυμάρι.
Ο πατέρας γίνηκε θεριό άγριο και ήταν έτοιμος να τα σκοτώσει, αλλά είπε στην κυρά:
-Ετοίμασε τα μικρά, θα πάω να τα ξορίσω.
Αλλά τα μικρά πριν φύγουνε πήρανε μαζί τους φασόλια και στο δρόμο που πηγαίνανε τα ρίχνανε πίσω τους για να μπορούν ύστερα να επιστρέψουν.
Ο πατέρας τα πήγε τόσο μακριά που νόμιζε πως ‘εν θα μπορέσουν να γυρίσουν ποτές μα έλα που τα παιδιά ήταν τόσο πονηρά, που την πρωίαν ήταν πάλι σπίτι. Ο πατέρας όταν τα δε γίνηκε Τούρκος. Λέει της κυράς του:
-Ετοίμασε τα μικρά θα τα xορίσω πάλι .
Αυτή τη φορά πήραν μαζί τους ρεβίθια και ξαναγυρίσανε την άλλη μέρα.
Όταν τα είδε ο κύρης τους να ετρελάθηκε από το θυμό του. Πιάνει το τσεκούρι και τα σκοτώνει ένα -ένα. Το πιο μικρό όμως δεν το πρόλαβε και του ’κοψε μόνο τον πισινό. Ύστερα αυτό πήγε και κρύφτηκε πίσω από ένα μπαούλο. Η κέρα έπιασε κι έκλαιγε και χτυπιόταν:’’Αχ , τι θα κάνουμε τώρα που τα σκότωσες κι είμαστε δίχως παιδιά;’’ Εκεί λοιπόν πετιέται το Μισοκωλάκι και φωνάζει: ΄΄Εγώ είμ’ εδώ΄΄. Τότε ο πατέρας του έτρεξε να το πιάσει, αλλά αυτό έφυγε απ’ το σπίτι και πάλι ’εν το πρόλαβε.
Στο δρόμο που επήενε απάντησε μια γριά μάγισσα. Του λέει: ΄΄Α, εσύ είσαι το Μισοκωλάκι΄΄, και κίνησε να το πιάσει. Εκεί πού ’τρεχε ο μικρός , βλέπει μια αχλαδιά κι ανεβαίνει απάνω. Η γριά από κάτω φώναξε:΄΄Ε , μισέ, Μισοκωλάκι! Ρίξε μου ένα αχλαδάκι΄΄. Το Μισοκωλάκι της έριξε ένα, μα η γριά έκανε τη στραβή και του είπε: ΄΄κατέβα βρε να μου το δώκεις γιατί ’ε βλέπω΄΄. Όμως το παιδί ’εν κατέβηκε γιατί φοβόταν. Τότε η γριά του ξαναφωνάζει: ΄΄ Ε , μισέ, Μισοκωλάκι! Ρίξε μου ένα αχλαδάκι΄΄. Της ξαναρίχνει το λοιπό και εκείνη του φωνάζει:΄΄κατέβα βρε να μου το δώκεις γιατί έχω στραβωθεί…΄΄. Τότε το Μισοκωλάκι κατέβηκε να βρει το αχλάδι. Η γριά όμως είχε μαζί ένα τσουβάλι, πιάνει το Μισοκωλάκι, το βάζει μέσα και το δένει καλά από πάνω.
Στο δρόμο που επήενε φώναζε:΄΄ πύρωνε Μαρού, το φούρνο και καλό μεζέ σου φέρνω΄΄. Κάποτες η γραί πόνεσε τη μέση από το βάρος. Άφηκε το τσουβάλι χάμω και πήγε πιο πέρα να κατουρήσει. Ώσπου να πάει και να ΄ρτει ήβγε όξω το Μισοκωλάκι και έβαλε μες το τσουβάλι πέτρες. Στο δρόμο η γριά από το βάρος τ ΄ακούμπαγε συνέχεια και έλεγε:΄΄ γιατί με κόβγεις, βρε Μισοκωλάκι;΄΄, και όσο έφτανε στο σπίτι έκραζε τη Μαρού να πυρώσει το φούρνο. Πόσωσε η γριά στο σπίτι κι έπιασε ν’ αδειάσει το τσουβάλι. Εκεί που λες γυρίζει το κεφάλι και βλέπει το Μισοκωλάκι πάνω σ’ ένα ράφι. Ήθελε λοιπόν να το πιάσει αλλά έπρεπε να το κάνει με τρόπο. Του φωνάζει:
-Μίλησε, Μισοκωλάκι, πως ανέβηκες απάνου;
Και το πονηρό Μισοκωλάκι της απαντά:
-Έβαλα πιάτα -πιάτα κι ανέβηκα.
Πιάνει η γριά ν’ ανέβει πας τα πιάτα, πέφτει και τσακίζεται.
-Ε, Μισοκωλάκι, πως ανέβηκες απάνω;
-Έβαλα παγκέτες –παγκέτες κι ανέβηκα.
Αρχίζει κι η γριά να βάζει παγκέτες κάνει ν’ ανέβει, πέφτει κατάχαμα.
Τελευταία της λέει το Μισοκωλάκι:
-Έβαλα ένα πυρωμένο σίδερο στον πισινό και ανέβηκα εδώ πάνω.
Παίρνει η γριά τη μασιά, τη ρίχνει μες το ’ζάκι και κάθεται πάνω. Μόλις άγγιξε το πυρωμένο σίδερο, έβγαλε φωνή μεγάλη και απόθανε από τον πόνο. Και έζησε το Μισοκωλάκι καλά και εμείς καλύτερα.

Sunday January 25, 2009 – 10:37pm (EET)

.

Δεν θυμάμαι, αγρίμι, αν σου ‘δωσα κι αυτή την εκδοχή. Τέλος πάντων, όπως βλέπεις είναι από μια γιαγιά το 2002. Με το πέρασμα του χρόνου αυτός ο άγριος τραχύς μύθος «ημέρεψε» κάπως. Μαλάκωσε.

Sunday January 25, 2009 – 10:40pm (EET)

.

Πολύ πείνα, ρε παιδί μου, έπεφτε τα παλιά χρόνια. Να μη τολμάει μια γυναίκα να ευχηθεί να έχει πολλά παιδάκια, έπεφτε μπαλτάς!

Monday January 26, 2009 – 10:20pm (EET)

.
  • DD
  • Offline

Πολλά παιδιά πολλά στόματα… και οι χρόνοι τραχείς και δύσκολοι… Ετσι ξεπέσαμε στην ανυδρία του ενός-δύο παιδιών και στην συρρικνωσή μας… Περισσότερα χρήματα λιγότερα παιδικά γέλια… Αξιζει το τίμημα? ή καλύτερη η πείνα, αυτή του στομαχιού, από εκείνη της καρδιάς!!!
Τέλειο το παραμύθι… αλλά ακόμη καλύτερη η γλώσσα του, η ζωντανή, η ταξιδεύτρα.

Wednesday January 28, 2009 – 07:21am (CET)

.

Α μπράβο! Εσύ, σαν να μου φαίνεται, κατάλαβες γιατί δεν έβαλα γλωσσάρι!

Thursday January 29, 2009 – 08:34pm (EET)

.

The language of the original sounds a bit like «abracadabra» white magic. It has a soothing effect. I read this to my son in a heavy sweet voice with as best old Ikarian accent as I could and he was magnetized!

Friday January 30, 2009 – 03:31am (PST)

.
.

Σχολιάστε

Ξενάγηση στο Να


____English version

An Ancient Nas, originally uploaded by angeloska.

Ξενάγηση στο Να


«Εδώ στη ρωγμή του χρόνου

ΚρύβομIMG_0036αι για να γλυτώσω

Εδώ στη ρωγμή του χρόνου

Κρύβομαι για να μεστώσω…»

 

____

Πριν πολλά χρόνια όταν στο Να υπήρχε μόνο ένα καφενεδάκι με ψησταριά, ο πατέρας μου, που ήταν ιστορικός, μας έκανε ξενάγηση. “Από δω έμπαινε η πεντηκόντορος. Εκεί έδεναν τους κάβους. Εκεί ήταν ένας ναός. Έβγαιναν οι ιερείς να ευλογήσουν το καράβι. Ανέβαινε ο καπετάνιος με δώρα και το σφαχτό για τη θυσία”.
Σήμερα η κόρη μου είναι στην ηλικία που ήμουν εγώ τότε. Φέτος που πήγαμε για μπάνιο, με ρώτησε: “Κάτι έχει αυτό το μέρος. Ενώ δε φαίνεται και τίποτα σπουδαίο. Κάτι έχει. Τι;”
Της εξηγώ λοιπόν. Την ξεναγώ -μαζί της κι εσάς.

Ο τόπος κι η χρήση του, ο ναός κι η λατρεία

Στην εκβολή της Χάλαρης στα αρχαία χρόνια ήταν ένα στενόμακρο λιμανάκι, μια βαθιά εσοχή -σα φιόρδ- στη μονοκόμματη ακτογραμμή της βορειοδυτικής Ικαρίας. Εκεί κατέβαιναν απ’ τα βουνά οι άνθρωποι της Νεολιθικής εποχής και κυνηγούσαν ή ψάρευαν. Αργότερα, στην Εποχή του Χαλκού, κατέφθασαν απ’ την Ανατολή με τις “πιρόγες” τους (“άκατοι”) οι Κάρες, περήφανοι ναυτικοί και πολεμιστές που μοιράστηκαν το Αιγαίο με τους Κυκλαδίτες και τους Κρητικούς. Αυτοί μάλλον ήταν που πρώτοι χρησιμοποίησαν το Να σαν λιμάνι -ορμητήριο για να κουρσεύουν καράβια- κι επίσης ίδρυσαν εκεί τόπο λατρείας.
Τους Κάρες εκτοπίζουν στα 700 π.Χ. Έλληνες που έρχονται από την Μίλητο της Μικράς Ασίας. Μαζί τους φέρνουν κατσίκια και πρόβατα, κλήματα αμπελιού, ελιές, βελτιωμένα δημητριακά και νέους θεούς. Τον Απόλλωνα (ή τον Ασκληπιό) για τα Θέρμα, τον Διόνυσο για την Οινόη και την Άρτεμη για το Να. Την Άρτεμη παρθένα κυνηγό, προστάτιδα της φύσης, αφέντρα των ανέμων, που την επικαλούνται οι ναυτικοί όταν τους πιάνουν τα μελτέμια. Οι Μιλήσιοι δεν μπορούσαν να είχαν κάνει καλύτερη επιλογή.
Το λιμανάκι στις εκβολές της Χάλαρης, ήταν για τους Ίωνες ναυτικούς ο τελευταίος σταθμός για τροφοδοσία και ξεκούραση (και μια τελευταία προσευχή) πριν σαλπάρουν για να περάσουν με τα καράβια τους το ανοιχτό Ικάριο πέλαγος και να πάνε στη Δήλο, τον βασικό εμπορικό και θρησκευτικό κόμβο του Αιγαίου της αρχαιότητας. Οι πλαγιές του φαραγγιού και τα βουνά προμήθευαν κυνήγι, δώρο της θεάς, οι χωρικοί έφερναν τρόφιμα και κρασί, ενώ το ποτάμι κι οι πηγές έδιναν άφθονο και καθαρό γλυκό νερό. Ωστόσο, παρά το συχνό πέρασμα πλοίων, ο Νας δεν εξελίχθηκε σε “πόλη”. Παρέμεινε μια μικρή κοινότητα συγκροτημένη γύρω από ένα ναό. Ο ναός αυτός, μάλλον μικρός (9,70 x 3,75 μ.) και άγνωστου αρχιτεκτονικού ρυθμού, κτίστηκε στα τέλη του 6ου αιώνα με μάρμαρο που έφεραν δια θαλάσσης από το Πετροκοπιό των Φούρνων. Η θέση ήταν βαλτώδης, γι’ αυτό πριν κτίσουν, μπάζωσαν και σήκωσαν ένα γερό κρηπίδωμα, όπου θεμελίωσαν τον ναό, ενώ από μπροστά έκτισαν μόλο για να προστατεύονται τα θεμέλια από τα νερά και για να δένουν τα πλοία.
Το “ξόανο” της θεάς ήταν ξύλινο άγαλμα πελεκημένο σε μονοκόμματο κούτσουρο, βαμμένο, ντυμένο και στολισμένο σαν “ιερή κούκλα”. Στα τέλη του 19ου αιώνα ο γλωσσολόγος Χατζηδάκης επισκεπτόμενος τη δυτική Ικαρία για να καταγράψει την αρχαΐζουσα ντοπιολαλιά, ανακαλύπτει τυχαία στην Προεσπέρα, κεραμικό θραύσμα με τη επιγραφή “ΤΑΥΡΟΠΟΛ”. Έτσι στηρίχθηκε η άποψη ότι το ιερό της Ικαρίου Αρτέμιδος ήταν “Ταυροπόλιον” -ένα από τα πολλά που υπήρχαν στην αρχαία Ελλάδα.
Το Ταυροπόλιον ήταν μια τελετή κατά την οποία ο ιερέας της θεάς λουζόταν με το αίμα θυσιαζόμενου ταύρου. Είχε την καταγωγή της στους εξαγνισμούς που έκαναν οι κυνηγοί για τον φόνο των θηραμάτων τους. Ως τελετή διαδόθηκε ιδιαίτερα κατά την Ελληνιστική και Ρωμαϊκή περίοδο. Ο ναός της Αρτέμιδας στην Ικαρία, γνωστός ήδη από τους κλασικούς χρόνους, μαζί και η ειδυλλιακή περιοχή γύρω του θα έγιναν πόλος έλξης για τους αστούς των μεγαλουπόλεων της εποχής. Θα οργάνωναν κυνηγετικές εκδρομές από τη Σάμο και την Έφεσο. Θα σκαρφάλωναν τις δασωμένες πλαγιές με ντόπιους κυνηγούς για οδηγούς. Θα παρακολουθούσαν τις τελετές μιας λατρείας που σωζόταν ακόμα εκεί “σαν τα παλιά καλά χρόνια”.
Όμως δεν ήταν πάντα όλα καλά. Στη διάρκεια της επανάστασης του Αριστόνικου (133-130 π.Χ.) που συντάραξε το ανατολικό Αιγαίο, εξεγερμένοι σκλάβοι, καταδιωκόμενοι από τους Ρωμαίους, φαίνεται ότι κατέφυγαν στο Να. Είτε με μάχη ή βομβαρδισμό με καταπέλτες από τα καράβια, οι αντάρτες σκοτώθηκαν και ο ναός έπαθε μεγάλες ζημιές. Ο Ρωμαίος στρατηγός ωστόσο έσπευσε να τον επισκευάσει. Οι προύχοντες κι οι ιερείς τον ανακήρυξαν ευεργέτη και του έκαναν ανδριάντα.

Nas September 2010 by Paul  Lewis

Το τέλος του λιμανιού

Στην Βυζαντινή περίοδο ο ναός χρησίμευσε πιθανώς ως ενδιαίτημα των πληρωμάτων ελαφρών καταδρομικών που στάθμευαν στο λιμανάκι. Ο πετρόκτιστος μόλος που φαίνεται σήμερα κατά μήκος της λιμνοθάλασσας είναι εκείνης της εποχής. Σε συνδυασμό με τις βίγλες στα υψώματα, ο Νας ίσως είχε σημασία στους πολέμους εναντίον των Σαρακηνών της Κρήτης που κατείχαν τις Κυκλάδες.
Ώσπου κάποια στιγμή, μάλλον μετά τον 11ο αιώνα, τόσο λόγω των προσχώσεων του ποταμού, όσο και της σταδιακής ανύψωσης του πυθμένα της θάλασσας, “το φιόρδ” άρχισε να κλείνει. Ο μόλος ανυψώθηκε και αχρηστεύτηκε, και άρχισε να δημιουργείται η σημερινή παραλία. Ωστόσο, φαίνεται ότι στη λεγόμενη “Εποχή της Αφάνειας” (15ος-16ος αιώνας) μπορούσε ακόμα να χρησιμοποιηθεί σαν αραξοβόλι. Γι’ αυτό, οι Καριώτες έριξαν βράχους και δέντρα στην είσοδο για να μη γίνει ορμητήριο πειρατών. Κλείνοντας ο όρμος, τα νερά του ποταμού δυσκολεύονταν ολοένα περισσότερο να βρουν διέξοδο στη θάλασσα. Σε κάποια τρομερή κατεβασιά έπεσαν πάνω στη νότια (εσωτερική) γωνία του μόλου και τη γκρέμισαν, καβάλησαν το κρηπίδωμα και κλόνισαν το ναό από τα θεμέλια. Τέτοιες μεγάλες πλημμύρες διασώζει η προφορική παράδοση πως έγιναν τον 19ο αιώνα όταν οι Ραχιώτες αποψίλωσαν τις πλαγιές του Φαραγγιού για να κάνουν κάρβουνα.

Hiking in Chalares Canyon

Το τέλος του ναού

Η ίδια προφορική παράδοση ανέφερε ωστόσο ότι, παρ’ όλες τις πλημμύρες, ως το 1840 ο ναός ήταν ακόμα σε αρκετά καλή κατάσταση (“τοίχοι πάνω απ’ ένα μπόι ύψος, με κολόνες και αγάλματα”). Εκείνα τα χρόνια επισκέπτεται την Ικαρία ο Γερμανός αρχαιολόγος Ludwig Ross που καταγράφει αρχαιότητες στο Αιγαίο. Έχει διαβάσει τους αρχαίους συγγραφείς και αναζητά κάποιο ναό. Δεν τον βρίσκει στη νότια πλευρά, γι’ αυτό θέλει να δει και το βόρειο μέρος. Αλλά τα μελτέμια τον εμποδίζουν να κάνει το γύρο με βάρκα, ενώ όταν του λένε να περάσει τον Αθέρα με τα πόδια, δεν βρίσκει υποζύγια. Τι ατυχία!
Αν ο Ross είχε περάσει στη Μεσαριά ή στις Ράχες θα μάθαινε σίγουρα για το Να. Θα έβλεπε το ναό και θα μας έδινε μια πλήρη περιγραφή. Ίσως ακόμα κατάφερνε με το κύρος και την παρουσία του να αποτρέψει την καταστροφή που έγινε λίγα χρόνια μετά. Όταν έκτιζαν την εκκλησία του Χριστού, αντιμετωπίζοντας έλλειψη ασβέστη και πιθανώς ωθούμενοι από αγράμματους και θρησκόληπτους κληρικούς, οι Ραχιώτες κατεδάφισαν το ναό. Πήραν όσα μαρμάρινα στελέχη χρειάστηκαν για την οικοδομή και έλιωσαν το υπόλοιπο μάρμαρο σε καμίνια. Η χειρότερη απώλεια ήταν τα αγάλματα. Αργότερα Μικρασιάτες που εγκαταστάθηκαν στην Ικαρία, μαθαίνοντας το περιστατικό, ρωτούσαν σοκαρισμένοι γιατί δεν κράτησαν τουλάχιστον τα αγάλματα. Οι ντόπιοι απαντούσαν ότι οι πρωτεργάτες της καταστροφής τους έλεγαν: “Δεν βλέπετε πως κοιτούν; Απ’ όποια μεριά κι αν πας, σε κοιτούν. Είναι δαίμονες!
Οι λεπτομέρειες του εγκλήματος αποκαλύφθηκαν έναν αιώνα αργότερα, το 1938, στον Λέοντα Πολίτη. Ο αρχαιολόγος δεν βρίσκει ναό, ούτε καν ερείπια, παρά μόνο το ασβεστοκάμινο και γύρω-γύρω καμένα μάρμαρα. Παρά την απογοήτευσή του, ωστόσο, ο Πολίτης σε λίγες μόνο μέρες διεξάγει μια υποδειγματική ανασκαφή. Κάνει τομές, εντοπίζει, αποτυπώνει, χρονολογεί, συγκεντρώνει ευρήματα. Και επιβεβαιώνει επιτέλους ότι ο Νας ήταν η θέση του ναού της Ικαρίας Αρτέμιδος που ανέφεραν οι αρχαίες πηγές. Φεύγοντας, άφησε τα ευρήματά του στις Ράχες. Σκόπευε να ξανάρθει, δυστυχώς όμως σε λίγο ξέσπασε ο πόλεμος. Ένα μέρος των ευρημάτων κλάπηκε από τους Ιταλούς στη διάρκεια της κατοχής, τα πιο σημαντικά όμως σώθηκαν και εκτίθενται σήμερα στο μουσείο του Κάμπου. Η κατασκευή αυτού του όμορφου μικρού μουσείου που έγινε με λίγα χρήματα απ’ την Αμερική και μπόλικη προσωπική εργασία των κατοίκων, ίσως ξέπλυνε λίγη απ’ τη ντροπή για την κατεδάφιση του ναού.

Υπάρχουν ακόμα αρχαία;

Αν υπάρχει κάτι, αυτό θα είναι στη θάλασσα. Αλλά πώς θα είναι; Το 1967 όταν ήμουν παιδί στον Αρμενιστή, μετά από μια μεγάλη φουρτούνα, αφού τραβήχτηκαν τα νερά, μάθαμε ότι φάνηκε στο βυθό του Να ένα άγαλμα. Στις Ράχες τότε παραθέριζε ένας Αμερικανός αρχαιολόγος που ενθουσιάστηκε και οργάνωσε την ανάσυρση. Βουτηχτές ανέβασαν στη βάρκα μια Ιωνική Κόρη, ακέφαλη, με ωραίο χιτώνα και τις περίφημες πτυχές. Μπορεί κανείς να τη δει σήμερα στο μουσείο του Κάμπου. Είναι απελπιστικά διαβρωμένη από τη θάλασσα και την τριβή με τα χαλίκια. Με βάση αυτό, ο πατέρας μου πίστευε ότι οτιδήποτε άλλο βρισκόταν στο βυθό του Να θα ήταν στην ίδια κατάσταση, δηλαδή, σχεδόν άμορφο.

Ikaria 054

Η αρχαιολογική σημασία του Να

Οι τουρίστες απορούν. Μια αρχαιολογική περιοχή χωρίς αρχαιότητες; Χωρίς έστω μια κολόνα, ένα σπόνδυλο, ένα κιονόκρανο; Από ψηλά ο μόλος του αρχαίου λιμανιού δεν διαφέρει απ’ τις ξερολιθιές, κι οι καφέ πέτρες της βάσης του ναού μοιάζουν με σκαλιά στο πουθενά -χωρίς νόημα. Δεν υπάρχει τίποτα, και όμως αφού κατέβουν οι τουρίστες, επιστρέφουν οι περισσότεροι πολύ ικανοποιημένοι. Γιατί;
Είναι το τοπίο. Το οποίο, χάρη στην έγκαιρη ανακήρυξη της περιοχής σε αρχαιολογική ζώνη, παρέμεινε σχεδόν ανέπαφο -χωρίς οικοδομές, χωρίς δρόμους- περίπου στη μορφή που είχε την αρχαία εποχή. Είναι το φαράγγι, άγριο κι απόκρημνο, κι ο όρμος, άγριος κι αυτός, όμως και τα δυο μαζί μια ζεστή αγκαλιά. Είναι το τοπίο που διάλεξαν οι Κάρες και έκαναν κρυψώνα, ιερό και ορμητήριο. Το τοπίο που ενέπνευσε τους Ίωνες και το αφιέρωσαν σε μια μεγάλη θεά. Η αρχαιολογική σημασία του Να βρίσκεται στα μορφολογικά χαρακτηριστικά, εκείνα που οι αρχαίοι με το αλάνθαστο αισθητήριο τους εντόπισαν και αξιοποίησαν με τον καλύτερο τρόπο. Η μαγεία και η ιερότητα δεν οφειλόταν στο ναό. Αντιθέτως, ο ναός ήταν επακόλουθο της μαγείας και της ιερότητας του τόπου. Γι’ αυτό, κι αν χάλασε ο ναός, κι αν έλιωσαν τα αγάλματα, η μαγεία και η ιερότητα παρέμειναν. Ο Νας είναι ένα “αρχαίο τοπίο” που διατηρήθηκε ως τις μέρες μας.

____

(Η υποθετική αναπαράσταση του Να τον 5ο αιώνα π.Χ., καθώς και τα περισσότερα στοιχεία είναι από το βιβλίο “Αρχαία Ικαρία” του καθηγητή Α. Παπαλά, εκδ. 2002. Το κείμενο γράφτηκε από τον Άγγελο Καλοκαιρινό, Ικαριώτη ιστορικό. Πρωτοδημοσιεύτηκε στο ikariamag.gr Dec 01 2010)
.

____

Next post:
THREATS XII
Previous post: Simply Greek
.
….

2 Σχόλια

Διάλειμμα για Τζούρες Θυμάρι


.
….
.
Tower of Thyme Ikaria
.

.
.
Πριν μπούμε στα άγρια, ας κάνουμε μια παύση να μυρίσετε το αρχαίο θυμάρι στο Δράκανο της Ικαρίας. Μυρίζει ωραία και για σας τους αρχάριους έχει μονοπάτια εδώ.
.
.

.

Μονοπατια στα θυμαράκια

.

.
.
Εγώ χώνομαι πιο μέσα, αλλά μη μου δίνετε σημασία. Έχει και θάλασσα γύρω-γύρω, οπότε, άμα *ανάψω* (άραγε, από που βγαίνει η καριώτικη λέξη *άναμα* για το ρείκι;) –μπλουμ στο νερό!..

My sandals Drakano Nana & dog

.

.
είναι καλό μέρος για αρχάριους στη διάσχιση αγκαθότοπου.
Ορίστε για παράδειγμα οι φίλοι μου μισόγυμνοι κιόλας με το τσιγαρλίκι στο χέρι 😀
Όχι βέβαια, δεν το έχουν ανάψει! Είναι μια ωραία καβάτζα παραλία εκεί πιο κάτω. Θα το πιουν και θα κάνουν έρωτα μέσα στα αρώματα ❤

frikia sta agka8ia Ikaria
.
.

.

Greece Ikaria Drakano

Τέλος πάντων, ό,τι κι αν κάνετε, μην πατάτε ρε γμτ τα αγκαθερά φυτάκια! Δεν είναι καλό για το κάρμα σας. :/
.
.
.
Και τώρα το ¨Poll¨:
.
ancient tower Ikaria 2007
Ποιός έμενε σ’ αυτόν τον άσπρο πύργο;
Η Γενοβέφα
votes 2
Ο Αλκιβιάδης ο Αθηναίος
votes 2
Ο κάπτεν Τζακ Σπάροου
votes 4
Η Ωραία Κοιμωμένη
votes 1
Ο Ίκαρος στα γεράματά του
votes 0
Κανείς συγκεκριμένα. Ήταν «Rooms to Rent» για τους τουρίστες
votes 1

Comments

(5 total)

AKK

Offline

Είσαι το πιο γλυκό άγριο *φυτό*
You are the sweetest wildest *nerd*
Έξυπνο το poll. Είχα δυσκολία να ψηφίσω. Αλλά όλα για σένα, αφού είναι και για το καλό της επιστήμης…
Clever that poll. I had difficulty to vote. But anything for you, moreover if it’s for the good of science…
Wednesday March 7, 2007 – 11:18pm (EET)

AKK

Offline

«άναμα» λένε στην Ικαρία το μικρό είδος ρεικιού που το χρησιμοποιούν για προσάναμα για να ανάβουν τη φωτιά στο τζάκι

Thursday March 8, 2007 – 10:38pm (EET)

elmamelenia

Offline

Αυτός ο άσπρος πύργος μου κάνει περισσότερο για ανεμόμυλο ή για παρατηρητήριο για τους πειρατές. Επειδή δεν υπήρχε επιλογή για κάτι από τα δύο ψήφισα στην τύχη.
Αλήθεια που βρίσκεται ο πύργος? Θα πρέπει να έχει υπέροχη θέα από κεί!!!

Τι έγινε με τους φίλους σου, το μισόγυμνο ζευγάρι; 😉

Thursday March 22, 2007 – 01:25am (PDT)

Αχα! Χαλάρωσε, γλυκιά Μελένια. Στη τύχη ψηφίζουμε, ανάλογα με την οπτική εντύπωση. Παίζουμε με την εικόνα και την ατμόσφαιρα. Οι φίλοι μου, μια χαρά!!! 😀

Thursday March 22, 2007 – 11:05pm (EET)

«Έχει υπέροχη θέα». Έτσι λέμε εμείς οι αστοί σήμερα. Άλλοτε «η θέα» ήταν κάτι διαφορετικό. «Δράκανο» σημαίνει «μέρος που βλέπω άπλετα» -όχι όμως για να πίνω τον φραπέ μου και να μιλάω στο κινητό. Για να παραμονεύω!

(Αρχαιολογία είναι η ειδικότητά μου !..)

Thursday March 22, 2007 – 11:09pm (EET)

.

3 Σχόλια

Αρέσει σε %d bloggers: