Posts Tagged εξορία

Μην κλαίτε! Δεν είναι ξερόβραχος!


.

Μια ιστορία για τον φόβο

(for an English version click here)

.

ººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººº

Βαγγέλης Ρίνας, Πειραιάς 1948

ººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººº

  Την άνοιξη του 1947, ενώ η σύγκρουση μεταξύ εθνικιστών και των κομμουνιστών στα βουνά της βόρειας Ελλάδας είχε εξελιχτεί σε σκληρό εμφύλιο πόλεμο που φαινόταν ότι θα διαρκούσε πολύ, η εθνικιστική κυβέρνηση της Αθήνας, θέλοντας να εμποδίσει την ανάπτυξη κινημάτων στις πόλεις, διέταξε τη σύλληψη χιλιάδων υποστηρικτών της Αριστεράς και τη μεταφορά τους σε απομονωμένα, δυσπρόσιτα νησιά του Αιγαίου.

   Συλλήψεις και εκτοπισμοί γίνονταν και στο προηγούμενο διάστημα, όμως αυτήν τη φορά η επιχείρηση εκτελέστηκε μαζικά. Μια νύχτα εκείνης της άνοιξης η αστυνομία άρπαξε μέσα από τα σπίτια τους πολλές εκατοντάδες πολίτες της εργατικής και της μεσαίας τάξης. Πολλοί χωρίς αποσκευές, άλλοι ακόμα με τις πυτζάμες, σωριάστηκαν σε φορτηγά και οδηγήθηκαν στον Πειραιά όπου τους περίμεναν πλοία έτοιμα να σαλπάρουν.

   Ένας από αυτούς ήταν ο θείος μου.

ººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººº

Ατμόπλοιο 'Χειμάρρα'

ººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººº

Ανεβαίνοντας τη σκάλα του καραβιού ρώτησε ένα ναύτη

– Που πάει το πλοίο;

– Δε θα το ξέρεις το μέρος. Πάμε Ικαρία.

   Ο καλός θείος, σαν παλιός πρόσφυγας που ήταν, γνώριζε αρκετά ώστε να μην αφήσει να του φύγει κουβέντα. Έψαξε και βρήκε αμέσως ένα ήσυχο μέρος στο κατάστρωμα, έβγαλε απ’ τη τσέπη του και πέταξε στη θάλασσα τη ταυτότητά του. Ήταν προπολεμική κι έγραφε τόπο διαμονής “Ικαρία”. Ξέροντας ότι ποτέ δεν εξόριζαν κάποιον στην ίδια του την πατρίδα, ήταν βέβαιος ότι αν τον ανακάλυπταν θα τον μετέφεραν αμέσως σε πλοίο για άλλο νησί.

  Μόλις που πρόλαβε. Σε λίγο ήρθαν για έλεγχο οι χωροφύλακες που θα συνόδευαν τους κρατούμενους.

– Που είναι η ταυτότητά σου;

– Δεν πρόλαβα να την πάρω μαζί μου.

– Πως σε λένε;

– Αγγελίδη, απάντησε σκαρώνοντας επιτόπου επίθετο από το μικρό όνομα της μητέρας του.

– Από που είσαι;

– Από τη Σμύρνη της Μικράς Ασίας.

– Α, Τουρκόσπορε, βρωμοπρόσφυγα! Κάτσε φρόνιμα μη σε πετάξουμε στη θάλασσα! είπαν κι έφυγαν.

ººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººº

Σ’ εκείνο το καράβι, ο θείος πρέπει να ήταν ο μόνος χαρούμενος επιβάτης. Θα ξανάβλεπε τη Νικαριά μετά από πολλά χρόνια που οι επικοινωνίες είχαν διακοπεί. Μόνο όταν πάτησε το πόδι του στο νησί κατάλαβε ότι υπήρχε ένα μικρό πρόβλημα. Όταν ζούσε εκεί αλλά κι αργότερα που πήγαινε σαν επισκέπτης, ήταν πολύ κοινωνικός και γλεντζές, πολύ δημοφιλής σε άντρες και γυναίκες. Τώρα λοιπόν οι παλιοί φίλοι τον αναγνώριζαν ανάμεσα στους εξόριστους και, χωρίς να δίνουν καμία σημασία στους χωροφύλακες και στο οφθαλμοφανές γεγονός ότι ο θείος ήταν αιχμάλωτος, τον χαιρετούσαν μεγαλόφωνα και θερμά

– Ε, εδώ είσαι; Καλωσόρισες! Τι κάνεις; Τι χαμπάρια;

   Όταν γινόταν αυτό, ο καημένος ο θείος γύριζε το κεφάλι και παρίστανε ότι δεν μιλούσαν σ’ εκείνον. Μόνο στον καλύτερο φίλο του που επέμενε, είπε

– Σε παρακαλώ, σταμάτα να με φωνάζεις. Με περνάς για κάποιον άλλο. Εμένα με λένε Αγγελίδη.

   Ο φίλος που, εννοείται, γνώριζε το μικρό όνομα της μητέρας του θείου, μπήκε επιτέλους στο νόημα. Του είπε τότε με δυνατή φωνή (για ν’ ακούνε κι οι χωροφύλακες)

– Ω με συγχωρείς. Ήμαστε πολύ μοναχικά εδώ. Ήταν πόλεμος και πεθυμήσαμε πολύ τους παλιούς φίλους. Όταν βλέπουμε ξένους, καμιά φορά τους περνάμε για ‘κείνους. Με συγχωρείς”.

   Κι έτρεξε να πει και στους άλλους το μυστικό. Ο φίλος τους ήταν εξόριστος, έκρυβε το όνομά του κι έπρεπε να κάνουν πως δεν τον ξέρουν.

ººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººº

Ενθύμιον Ικαρίας, 7 Οκτωβρίου 1947. Εκτοπισμένοι πολίτες στον 'Aγιο Κήρυκο Ικαρίας. Διακρίνονται από αριστερά οι Τριφύλλης, Καλοκαιρινός, Αυγερόπουλος και Σπύρος Γαρέζος. Αρχείο Μαρίας Γαρέζου

ººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººº

  Ο θείος πέρασε καλά στην Ικαρία γιατί είχε μια ξεκάθαρη αποστολή. Επειδή γνώριζε πρόσωπα και πράγματα, έγινε ο κρυφός σύνδεσμος ανάμεσα στους συντρόφους του και στους Καριώτες. Απολαμβάνοντας την εμπιστοσύνη και των δύο πλευρών, μεσολαβούσε ώστε να λύνονται πολλά πρακτικά ζητήματα. Αλλά το κυριότερο που έκανε ήταν ότι βοήθησε τόσο τους εξόριστους, όσο και τους Καριώτες στο θέμα του φόβου. Τους μεν πρώτους να ξεπεράσουν τον φόβο για την αβέβαιη μοίρα τους, δίνοντάς τους να καταλάβουν ότι η Ικαρία είναι ένα μεγάλο κατοικημένο νησί όπου οι άνθρωποι τους βλέπουν με συμπάθεια, και ότι γι’ αυτόν το λόγο θα ήταν πολύ δύσκολο για τις αρχές να προβούν σε ομαδικές εκτελέσεις και βασανιστήρια. Τους δε δεύτερους, να αντισταθούν στην προπαγάνδα ότι οι εξόριστοι ήταν “μιάσματα” -“τέρατα που αρπάζουν μωρά και τα τρώνε”.

ººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººº

Πίσω στον χρόνο, πίσω στον Πειραιά…

  Την ώρα που οι εξόριστοι επιβιβάζονταν στα βαπόρια, πλήθος από οικογένειες μαζεύονταν στις αποβάθρες.

– Που τους πάτε; Που πάτε τους άντρες μας; φώναζαν κι έκλαιγαν.

  Αντί για απάντηση οι αστυνομικοί παρατάχτηκαν και σήκωσαν τα όπλα τους. Το πλήθος σώπασε.

  Ακούστηκε το πρώτο σφύριγμα για αναχώρηση. Κάποιοι καθυστερημένοι ναύτες προσπαθούσαν με κόπο να διασχίσουν το πλήθος για να φτάσουν στα πλοία. Οι γυναίκες τους τραβούσαν από τα σακάκια, έπεφταν πάνω τους και τους ρωτούσαν

– Που πάει το καράβι σου; Που πάτε;

– Σ’ ένα νησί εκεί πέρα. Στην Ικαρία, είπε ένας κι έτρεξε στο καράβι του.

   Η είδηση διαδόθηκε σαν τη φωτιά στα ξερά χόρτα.

– Που είναι η Ικαρία; Τι είναι η Ικαρία;”

(Εδώ ο αναγνώστης πρέπει να γνωρίζει ότι την εποχή εκείνη τα μικρότερα νησιά του Αιγαίου ήταν σχεδόν άγνωστα στον πολύ κόσμο. Τα Δωδεκάνησα μόλις είχαν ενωθεί με την Ελλάδα, κι ενώ ίσως πολλοί ήξεραν τη Λέσβο, τη Χίο ή τη Σάμο, ωστόσο νησιά όπως η Λήμνος, ο Άγιος Ευστράτιος, η Αμοργός, η Φολέγανδρος, η Ικαρία, για το συλλογικό συνειδητό, όπως θα λέγαμε σήμερα, απλά “δεν υπήρχαν”.)

– Ποιος έχει ακουστά αυτό το μέρος. Θα ‘ναι κανένας βράχος, κάποιος είπε.

– Σίγουρα κάνας βράχος καταμεσής στο πέλαγος, συμπλήρωσε άλλος.

   Όσοι ήταν γύρω τους και τους άκουσαν, ανατρίχιασαν. Δεν είχαν περάσει πολλά χρόνια απ’ τον πόλεμο κι όλοι θυμόνταν τις θηριωδίες των Γερμανών στη διάρκεια της κατοχής. Και τώρα πάλι όπως και τότε ίδια ήταν η βιαιότητα των συλλήψεων, ίδιος ο τρόμος, ίδια κι η αδικία κι ο παραλογισμός. Ήταν ζήτημα δευτερολέπτων για τις πιο ηλικιωμένες γυναίκες, μανάδες, να κάνουν τον συσχετισμό.

– Θα πετάξουν τα παιδιά μας σ’ ένα ξερόβραχο και θα τα παρατήσουν! Και καθώς είναι πολλοί και ο βράχος θα είναι μικρός, δεν θα έχουν χώρο να σταθούν. Θα σπρώχνονται, θα κουράζονται, θα πέφτουν ένας-ένας στη θάλασσα και θα πνίγονται!

  Τα νέα αυτή τη φορά κυκλοφόρησαν ακόμα πιο γρήγορα. Οι γυναίκες βαριαναστέναξαν και άρχισαν να ουρλιάζουν

– Όχι! Όχι! Κατεβάστε τους! Φέρτε τους πίσω!

  Κάποιες λιποθύμησαν ενώ οι πιο τολμηρές έκαναν μερικά βήματα προς τους αστυνομικούς (1).

   Και τότε ξαφνικά ακούστηκε μια δυνατή γυναικεία φωνή:

– Μην κλαίτε! Δεν είναι ξερόβραχος!

   Ήταν μια Καριωτίνα. Είχε κατέβει στο λιμάνι μήπως δει γνωστά πρόσωπα πάνω στα καράβια, μήπως μπορέσει να τους χαιρετίσει. Κι ενώ έψαχνε με τα μάτια τα καταστρώματα, μια γνωστή της πιο δίπλα, μεγαλύτερή της γυναίκα, αρπάχτηκε πάνω της φωνάζοντας

– Θα τους πνίξουν! Θα τους αφήσουν στην Ικαρία που είναι μια ξέρα και θα πνιγούν!

   Τα ΄χασε όταν κατάλαβε τι τρομερή φήμη είχε κυκλοφορήσει στο πλήθος. Ξεπερνώντας όμως την έκπληξή της, όρμησε τότε και, γυρίζοντας ανάμεσα στις γυναίκες, τους έλεγε

– Ακούστε με! Στην Ικαρία ζει ο πατέρας μου! Κι εγώ εκεί μεγάλωσα και πήγα σχολείο! Είναι ένα μεγάλο νησί με πολύ κόσμο. Ησυχάστε κι ελάτε να σας εξηγήσω.

   Η Καριωτίνα ήταν μια ψηλή γυναίκα με ξανθά μαλλιά και σοβαρό πρόσωπο. Όμως τα μάτια της ήταν καλοσυνάτα και κάπου στο βάθος παιχνίδιζε μέσα τους ένα χαμόγελο. Ήταν μοδίστρα. Στη διάρκεια της κατοχής είχε πάρει μέρος στην αντίσταση. Ήταν μια γυναίκα που ήξερε να μιλάει στον κόσμο.

– Η Ικαρία είναι ένα μεγάλο πράσινο νησί με πολλά νερά και χωράφια και σπίτια, άρχισε. Έχει πολλά χωριά, μικρά και μεγάλα, και καλούς φιλόξενους ανθρώπους. Έχει βουνά και ποτάμια και πολλά δέντρα. Δεν ξέρω τον λόγο πάντως σας λέω, αποκλείεται να στέλνουν εκεί τους ανθρώπους μας για να βασανιστούν. Και βέβαια, Θεός φυλάξει, δεν θα πέσουν στη θάλασσα. Ίσα-ίσα που λέω, νέοι άνθρωποι είναι κι αγωνιστές, μια χαρά θα τα πάνε. Και σπίτια θα βρουν να μείνουν κι ο κόσμος εκεί θα τους βοηθήσει.

   Με ανακούφιση άκουγαν τα λόγια της οι γυναίκες κι ησύχαζαν. Άρχισαν δειλά-δειλά να ρωτάνε

– Έχει Ταχυδρομείο; Κάθε πότε έχει βαπόρι; Πόσο μακριά είναι; Πως να στείλουμε χρήματα, ρούχα και τρόφιμα;

  Το πλήθος ήταν ήσυχο τώρα. Τα καράβια σφύριξαν και σήκωσαν άγκυρα. Γύρισαν τις πλώρες και σάλπαραν για το Αιγαίο που, ανυποψίαστο για το δράμα, λαμπύριζε ολόφωτο στ’ ανοιχτά. Άσπρα μαντίλια ανέμισαν στον αέρα

– Στο καλό! Στο καλό! Να γυρίσετε γρήγορα!

Η μάχη της αξιοπρέπειας είχε κερδηθεί. Ο τρόμος και το χάος είχαν νικηθεί.

ººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººº

ººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººº

   Στην Ικαρία τώρα οι εξόριστοι, όπως είχε προβλέψει η Καριωτίνα στο λιμάνι, έδωσαν τις μάχες τους, οργανώθηκαν κι η ζωή τους τακτοποιήθηκε σύντομα. Δεν υπήρχαν φυλακές ούτε συρματοπλέγματα. Ήταν μόνο εξορία. Εξορία όμως που, καθώς έφθαναν συνεχώς κι άλλα καράβια, φάνηκε πως ήταν σε έκταση τέτοια που πρώτη φορά καταγραφόταν στα χρονικά. Τελικά, το νησί γέμισε εξόριστους. Μόνο και μόνο λόγω του μεγάλου αριθμού τους, δεν γινόταν παρά οι συνθήκες να είναι σχετικά ήπιες. Κι εκείνοι, παρά τα καψόνια, τις στερήσεις και τις ταλαιπωρίες, ζούσαν σε καθεστώς ημι-ελευθερίας. Όπως έλεγε ο θείος μου

  Δεν ήμασταν φυλακισμένοι και δεν ονομάζαμε τους εαυτούς μας εξόριστους. Αυτό θα ήταν υποτιμητικό. Δεν ήμασταν απόβλητοι. Θεωρούσαμε τους εαυτούς μας μαχητές της δημοκρατίας κι έτσι λέγαμε πως ήμασταν όμηροι. Κι έτσι περνούσαμε τις δυσκολίες με κέφι και ψηλό ηθικό.

ººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººº

ººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººº

   Μετά το τέλος του εμφύλιου πολέμου ο θείος μου κι οι άλλοι “όμηροι” γύρισαν και δουλεύοντας σκληρά ξανασήκωσαν σιγά-σιγά την Ελλάδα μέσα από τα ερείπια. Στην Ικαρία είχαν κάνει καλές δοκιμές. Εκεί ο φοιτητής της ιατρικής φρόντισε τους πρώτους ασθενείς του, ο μουσικός έγραψε τα πρώτα κομμάτια του, ο ζωγράφος ζωγράφισε τα πρώτα έργα του. Εκεί οι μελλοντικοί μηχανικοί κι αρχιτέκτονες επισκεύασαν σπίτια, πηγάδια και στέρνες, λιθόστρωτα μονοπάτια και νερόμυλους. Κατοπινοί σπουδαίοι τεχνίτες έφτιαξαν πράγματα χωρίς εργαλεία, δημοσιογράφοι έστησαν εφημερίδες γραμμένες στο χαρτί του μπακάλη, πολιτικοί δοκίμασαν την ευφράδεια τους μιλώντας στα πουλιά, φιλόσοφοι δημοσίευσαν τα πρώτα τους δοκίμια στα σύννεφα.

ººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººº

   Όλα αυτά σε μένα πάντα θύμιζαν λίγο τα θαυμαστά κατορθώματα των ναυαγών στη “Μυστηριώδη Νήσο” του Ιουλίου Βερν. Τελικά, στην όμορφη γη δεν υπάρχουν ξερόβραχοι. Μόνο κάποια μέρη που ξεράθηκαν γιατί η άγνοια κι ο φόβος έκαναν τους ανθρώπους να σκύψουν το κεφάλι και να παραιτηθούν.

  * στη μνήμη του Σ. (για τα παιχνίδια και το σπίτι)

  * στη μνήμη της Φ. (για το σπίτι και τις ιστορίες)

ººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººººº

Σημειώσεις:

(1) Απορεί κανείς σήμερα πως οι γυναίκες έβαλαν με το μυαλό τους τέτοιο φρικτό τέλος για τους δικούς τους. Και όμως, τόσο η ιστορία όσο και η λαϊκή παράδοση έχουν καταγράψει ανάλογα περιστατικά. Παράδειγμα, το γνωστό Επτανησιακό τραγούδι της εποχής της Αγγλοκρατίας “Σ’ ένα παπόρο μέσα”. Πολλοί αιχμάλωτοι δεν έφταναν στην κρεμάλα. Στη διάρκεια του ταξιδιού τους πετούσαν στη θάλασσα.

Αναφορές:

α) Σύντομη περιεκτική ιστορία του Εμφυλίου στην Ελληνική Wikipedia.

β) Το “Εμφύλιος Πόλεμος: μια τραγωδία για όλους τους Έλληνες” στον ιστότοπο του Μουσείου Δημοκρατίας στον Άη Στράτη, ειδικά την ενότητα “1944: Απελευθέρωση και νέες πολιτικές συγκρούσεις” όπου πολλές φωτογραφίες και ντοκουμέντα από οικογενειακά αρχεία παλαιών εξορίστων.

γ) Από το ιστολόγιο “Κόκκινος Φάκελος” την καταχώρηση “Τόποι Εξορίας – Ικαρία” όπου εκτενής περιγραφή των συνθηκών της εξορίας με μαρτυρίες και ντοκουμέντα.

δ) Το αρχείο του εξόριστου στην Ικαρία επαγγελματία φωτογράφου Στέλιου Κασιμάτη “Με φόντο τα πλοία της εξορίας” στη σελίδα της Πολιτιστικής Εταιρείας “Φωτογραφίζοντας”.

Ευχαριστώ την Ελένη που είχε την έμπνευση να ανεβάσει στο μπλογκ της το Special Edition 1947. όπου είδα τη φωτογραφία του θείου μου και ξύπνησαν μέσα μου αυτές οι παλιές ιστορίες.

Και βέβαια ευχαριστώ τη Νανά (to agrimi) ιδιοκτήτρια του παρόντος ιστολόγιου για την φιλοξενία.


.
.
Tuesday March 6, 2012
.
Next post: The Greek Slave
.
Previous post: Αντίο Αθήνα
.
.

6 Σχόλια

Rediscover The Countryside


.
.My dream house Ikaria ツ
.

..

Ikarian goat herder ツ

Το παρακάτω κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Unasylva του FAO (Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας του ΟΗΕ) το 1983. Τότε εγώ πρέπει να ήμουν 6 χρονών! Σήμερα συνειδητοποιώ ότι όταν λίγο αργότερα άρχισα να διασχίζω ερημιές και αγκαθότοπους, κινιόμουν μέσα στα τοπία που περιγράφονται σ’ αυτό το κείμενο. Ποτέ δεν ήμουν δυνατή στην Ιστορία και στα πράγματα του παρελθόντος. Ακόμα και τώρα δύσκολα χωράει ο νους μου ότι οι ερημιές στις οποίες βασίλευα, άλλοτε δεν ήταν «ερημιές». Ανήκαν σε κάποιους. Κι αν δεν ανήκαν ακριβώς, κάποιοι τις αγαπούσαν και τις πρόσεχαν. Τέλος πάντων, να μην πολυλογώ. Ορίστε, διαβάστε ένα απόσπασμα. Τα κτυπητά γράμματα είναι δικά μου.

1 girl goatherd ツ

___________________________________________
Fire is the greatest calamity affecting forest management in three Mediterranean countries: Spain, France and Italy. On average, about 20000 fires sweep a total area of 160000 ha of woodland every year in these countries, causing severe losses. Of course, the severity of these fires varies from year to year, depending on the seasons, but the long and dry summers typical of the Mediterranean climate, with high temperatures, low relative humidity and heavy winds, especially in steep areas, provide ideal conditions for dangerous fires to break out. Although the summer is the peak fire season in most areas, another peak season occurs in winter and at the beginning of spring in high mountains and in colder regions, when a layer of small branches, dead leaves and dry grass covers the soil, providing highly combustible material.

A few fires are due to natural causes
, notably lightning, but most are man-caused. Negligence is a frequent factor, and yet in many cases malicious intentions bear the main responsibility. The situation has worsened in recent years because of the development of industry and tourism, the rise in living standards and, above all, the urbanization of the rural population formerly exploiting the woods.

Thus, unexploited forests, neither thinned nor cleared, have become more and more exposed to fire because of the heavy accumulation of potential fuel. The increase in the number of tourists, campers and town-dwellers, unaware of environmental problems, is a direct cause of many fires. Furthermore, the absence of a rural population interested in forest conservation, familiar with ground conditions and skilled in the use of implements, has made quick local fire-fighting action either difficult or impossible.

______________________________________________


Για να καταλάβετε πόσο παλιό είναι αυτό το ντοκουμέντο, στη συνέχεια ο συγγραφέας προτείνει π.χ.
 .
https://i1.wp.com/www.fao.org/docrep/q2570e/q2570e0c.jpg
 .
https://i1.wp.com/www.fao.org/docrep/q2570e/q2570e0d.jpg

Θυμηθήκατε
τη Βοσκοπούλα του Μπουγκερώ; Όμως και τα δυο συστήματα έχει αποδειχτεί πια σήμερα ότι δημιουργούν πρόβλημα. Οι αντιπυρικές ζώνες με μπλουντόζες, εκτός ότι προσφέρονται για να κτίζονται διάφορα αυθαίρετα, γίνονται επίσης και χώροι εναπόθεσης μπάζων και σκουπιδιών πάσης φύσεως, άρα κι άλλο fuel for combustion. Όσο για τη βοσκή, εγώ μεν θα ήμουν μια «καλή βοσκοπούλα», όμως δεν βάζω το χέρι μου στη φωτιά για το τι θα έκαναν άλλοι. Το πιθανότερο είναι ότι θα παράταγαν τα αιγοπρόβατα να διαλύσουν τα πάντα κι εκείνοι θα καθόντουσαν στο καφενείο. Στο καφενείο; Τι είπα; Ούτε αυτό δεν υπάρχει πια στα χωριά. Στο σπίτι θα ήταν και θα έβλεπαν σήριαλ (οι γυναίκες) ή ποδόσφαιρο (οι άντρες). Δεν είναι λύσεις αυτές. Λύση για μένα θα ήταν να κλείσει επιτέλους ο κύκλος της αστικοποίησης στην Ελλάδα.
Το είπα δύσκολα;
Το έκανα γιατί ξέρω ότι σας αρέσουν οι φιλολογίες και οι μακροσκελείς εισαγωγές.
Όμως στην ουσία είναι κάτι τρομερά απλό.
.
Rediscover The Countryside: Live and work in it!
.


.

Friday September 14, 2007 – 10:21pm (EEST)

Next Post: Simply Mother

Previous Post: ΤΟ ΤΖΑΜΠΑ ΠΕΘΑΝΕ!!!

.

Comments

(8 total)

Ποσο δικιο εχεις!Δυστυχως ομως και τα καφενεια στα χωρια υπαρχουν ακομα! Kαι τα σκουπιδια μεσα στο δασος,κατω απο τα κα(η)μμενα τα δεντρακια!στα καφενεια η Ελλαδα (μην πω τι κανει) εβλεπε τη φωτια διπλα και δεν αντιδρουσε!!στα ιδια χωρια που καηκαν!!ετυχε να ημουν διακοπες εκει και επαθα πλακα απο την απαθεια και την απραγεια των ντοπιων ανθρωπων,των καφενειων,δυστυχως!!
Friday September 14, 2007 – 11:22pm (EEST)
Για να κλείσει αυτός ο κύκλος πρέπει να βρεθεί κάποιος κυβερνήτης/πολιτικός με διάθεση να χάσει τις επόμενες εκλογές και να δουλέψει πραγματικά πάνω σε αυτό που λέγεται αποκέντρωση αλλά με την σωστή έννοια του όρου (όχι παίρνουμε το υπουργείο από το Σύνταγμα και το πάμε στο Μαρούσι). Να ρίξει χρήματα και να κάνει ουσιαστικά έργα στην επαρχία, να αναπτύξει τις δομές, να τα βάλει με το κατεστημένο… Ουτοπίες.
Πουθενά στον κόσμο εκτός από την Ινδία και κάποες παραπλήσιες της χώρες δεν κατοικεί το 50% του πληθυσμού στην πρωτεύουσα…
Γιατί? γιατί κάποιοι βαριούνται να σκεφτούν, να πράξουν, να φροντίσουν ουσιαστικά τον τόπο που «υπηρετούν»… Χάνονται στον ωχαδερφισμό, στην κονόμα, στην αρπαχτή, στην κακώς εννοούμενη ανάπτυξη, στο σήμερα και δεν ενδιαφέρονται για τις πληγές που δημιουργούν στο αύριο, το δικό μας και όσων έπονται…
Το τρομερά απλό είναι το δυσκολότερο γιατί απαιτεί αναλυτικό νου (ποιός τον έχασε, να το βρουν οι διοικούντες?)
Friday September 14, 2007 – 11:15pm (CEST)
Ξέρετε τι έκαναν οι Ρωμαίοι Καίσαρες στου βετεράνους μετά 20 χρόνια στο στρατό; Τους έδιναν ένα τσουβάλι σπόρους, μερικά εργαλεία, ένα βόδι και τίτλο ιδιοκτησίας για κάποιο κλήρο σε μια ερημιά. Η παράδοση -λίγο διαφοροποιημένη- συνεχίστηκε και στο βυζάντιο και -ξανά διαφοροποιημένη- στην τουρκοκρατία.
Αυτό το μέτρο πρέπει να επανέλθει.
Saturday September 15, 2007 – 10:14am (EEST)
I have done my time!!! I have done my 20 years in Cesar’s legions!!! It was not easy, I’m telling you. But it was full of experiences. Anyway now, I don’t know how exactly, I got my bagfull of seeds, tools and an ox (there was a slight problem with that). I also got a piece of land in a far way place. On the back of the title there is a list of obligations written with very small letters and in Latin! I can’t make out what Cesar expects from me to do for him after I settle. I may be a veteran but I know that I am not through with Cesar. Can you help me? I am afraid that if Cesar is not satisfied with me, he is going to put somebody else in my place. I couldn’t afford that because I have a family now and I am too old to go back thr legions.
What does the list «things to do for Cesar» say? Come on, you nerds. Give me a hand!
Saturday September 15, 2007 – 11:52am (PDT)
Eleni, are we starting a story here? I am in.
I have the Byzantine Greek version of the list of rights and obligations of the veterans who were given land and sent to the provinces. Believe it or not, it’s very close to a «senario» developped by the European Union to fight urbanization, pollution etc. Have you and Nana been aware of this already? Whatever it is, I am thrilled. I believe that in this matter the Union eventually tends to behave like the empires of the past. Decentralization had been the key factor of their longevity.
Sunday September 16, 2007 – 08:42pm (EEST)
Ναι είναι «το τρίτο σενάριο» και (μάγος είσαι;) το βρήκες!Απλά εμείς από σένα θέλουμε μια συνοπτική ιστορική τεκμηρίωση. (Στα Ελληνικά, εννοείται.) Ο λόγος που το ζητάμε αυτό είναι βασικά ψυχολογικός. Να νιώθουμε οτι ανήκουμε σε μια παράδοση, κάτι τέτοιο, πως το λένε. Έτσι που τα διατυπωνουν οι σοφοί της Ένωσης «στη γλώσσα του Καίσαρα», είναι τόσο ξερά τεχνοκρατικά. Και όμως πρόκειται για κεινο το παλιό: βλέπε, Περιπέτειες του Αστερίχ του Γαλάτη, «Το Δώρο του Καίσαρα».
Στις λεγεώνες από τα 16, σε 5-6 χρόνια βγαίνω βετεράνα. Ήδη το συμπαθητικό Πακιστανάκι που πήραμε στο μαγαζί, είναι άπαιχτος με τα σιδερικά. Είναι κι ένας Ινδός που κυκλοφορεί εδώ γύρω στη πιάτσα. Κι αυτός δεν παίζεται με τους αριθμούς. Μόλις φτιάξει τα χαρτιά του, μάθει καλύτερα Ελληνικά και λίγο κάπως τους νόμους, πάει… it’s over and I will be glad!

Ένα τσουβάλι σπόρους, λοιπόν, εργαλεία, ένα βόδι και κλήρο σε μια μακρινή ερημιά. Μόνιμη κατοικία. Πριν μας προλάβουν οι Αλβανοί και σ’ αυτό.

Α, να μη ξεχάσω. Να δούμε και τα ψιλά γράμματα της σύμβασης. Διότι, πολύ σωστά λέει η Λένη. «We are never through with Cesar».

Monday September 17, 2007 – 01:30pm (EEST)

Με προβληματίζετε, κορίτσια.
Τι ακριβώς ζητάτε;
1) μια καινούρια «Μεγάλη Ιδέα»;
2) έναν οδηγό επιβίωσης;
3) «μ’ άλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε»;
Tuesday September 18, 2007 – 10:31pm (EEST)
Άσε φιλάρα 😛 το 2ο είναι σε έκδοση «Οδηγός για να ζούμε» (με τον Καίσαρα, με λίγο Καίσαρα, χωρίς Καίσαρα, μόνο με τους βαρβάρους, φωτιές, σεισμούς, λιμούς, καταποντισμούς). Τα έχεις δώσει στην Ελένη -ούτε που θυμάσαι. Και σε μορφή storyboard, παρακαλώ. Τα φτιάξαμε και τα ανεβάσαμε όλα στο μπλογκ της Ελένης
Τρέχα να δεις και δεν θα πιστεύεις στα μάτια σου!
Wednesday September 19, 2007 – 10:40pm (EEST)

Σχολιάστε