Το Μισοκωλάκι και άλλες τρομακτικές ιστορίες από την Ικαρία σε κόμικς


.
.
(For English go to Eleni's blog)
.
«Εν ηφτάνουσι τα λόγια!»
.
Ζόμπις, νεράιδες, φαντάσματα, παραμύθια και άλλες καριώτικες ιστορίες

Εγκαίνια: Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2009 – ώρα 20.00 μ.μ.
Χώρος: bartesera, Κολοκοτρώνη 25, Στοά Πραξιτέλους, Αθήνα.
Διάρκεια: 16 Φεβρουαρίου – 02 Απριλίου 2009

Πήραμε μια παραγγελία (λατρεύουμε τις παραγγελίες!) να διαφημίσουμε αυτήν την έκθεση κόμικς με παλιές ιστορίες από την Ικαρία. Μια από τις ιστορίες είναι το Μισοκωλάκι (ή Μισικωλάκι) την οποία ξέρω και μου αρέσει πολύ. Έχει έναν τζοχάδα πατέρα, μια μάνα με καταπιεσμένα μητρικά, έχει κουκιά, έχει ένα μικρό και ελλιποβαρές, κυνηγημένο πλην έξυπνο παιδί, έχει μια κακιά και ηλίθια μάγισα, έχει μια απιδιά και έχει και μουσική με πηδαύλι, πάει να πει φλογέρα.

.

.
he's an avid tree climber, by googoojue | Flickr

source

.

.

Παίρνω λοιπόν και σας δείχνω πρώτα την ζωγραφιά του κομίστα Θανάση Ψαρρού που βρήκα στην προδημοσίευση στο site της συντεχνίας τους comicart.gr που δείχνει την κακιά μάγισα κάτω από την απιδιά.

misikolaki Ikaria 4

και αντιγράφω την ιστορία στην πιο αυθεντική hardcore αιματοβαμένη version σε επίσης hardcore παλιά Ικαριακή διάλεκτο η οποία κατά τη γνώμη μου ταιριάζει καλύτερα σ’ αυτή την ιστορία. Απολαύστε λοιπόν τον αληθινό, τον δικό μας Κοντορεβυθούλη -κι όποιος αντέξει.

ΠΑΡΑΜΥΘΙ

ΜΙΣΙΚΩΛΑΚΙ

(καταγραφή και επιμέλεια Αλέξ. Πουλιανός, Ικαριακά Γράμματα, 1959)

misikolaki Ikaria

 

Μια φορά γκι’ ένα γκαιρό ήτανε ένας πατέρας και μια μάνα. Τώχανε μεάλο γκαμόμ που εν ηκάνασιν παιδιά. Μια μμέραν ο πατέρας ήλειπεν όξω στα χωράφια. Η μάνα ‘ πόμεινε σπίτιν να μαηρέψει. Το λοιπόν, εκεί που ξεμάτιζεν κουκιά, της ήρτεν να πει. Άχου Παναΐα μου κι’ ας ήταν νάταν παιδιά ικά μου τα κουκιά πούχω στην ποδιά. Έν ηπρόλαεν να τελέψει τη γκουέντα κι’ ούλα τα κουκιά εγινίκασιν παιδιά. Ούλο το σπίτι ήτανε ένα μονοφώνι αφ’ το ταβατούρι που κάνασιν. Εκεά ‘πισπέρα ηποϋρίστην κι’ ο άντρας της. Άμα είδεν μεσ’ στο σπίτι ένα σωρόν παιδιά ησάστισε. Η γυναίκα μαθόν τούπε πως έτσι, αφ’ το μεράκιν της που εν ήκανεν παιδιά της ξέφυγεν ο λόγος κι’ είπε να γίνονταν τα κουκιά παιδιά. Και κείνα μαθόν εγινήκασι. Έναν γκερεμέ ηκλαίασιν και ηφωνάζασι τα παιδιά κι’ ηγυρεύγασιν ψωμί. Και που ο κακοοίρης να μπουκώσει τόσα στόατα. Εκεά ηθύμωσε κι’ ηπήρεν την τσατήρα και τάσφαξεν ούλα.

Μετά λίην ώραν του συνέμπε κι’ είπεν της γυναίκας του:

– «Κρίμας, να η γκρατήσω ένα να τώχομε συντροφιά να μας φυλάει και την απιδιά».

Ά, ηξέχασα να σας πω. Τον γκαιρόν που ξεμάταν τα κουκιά η γυναίκα, της ξέφυγεν το μαχαίρι κι’ ηχάραξεν το πίσω του κουκιού. Άμα ήγινεν παιδίν αυτό το κουκί, φγήκεν κοψοκωλιασμένο. Εν ήταν βαρονούσικο. Την ώρα που σφαζόντανε τα’ αέρφια του, αυτό ηπήεν άθορο, κρυφά-κρυφά κάτ’ αφ’ τη μυλόπλακα του χερόμυλου κι’ ησκεπάστηκε με τη λακανίδα κι’ ηπερίενεν πια τα’ αποϊσόμενο.

Άμα ήκουσε τον πατέρα να λέει πως ήθελε νάμενεν ένα ζωντανό, σηκώνει τη λακανίδα και σαρτέβγει μεσ’ τη μέση. Άμα τώδε τα’ αντρόυνο, ηχαρίκανε κι’ ήμεινε πια παιδίν τους. Επειδής ήτανε κοψοκωλιασμένο, το ‘νοματίσανε από τότες Μισικωλάκι.

Την άλλη μμέρα κιόλας του δώσανε ένα μπιδαυλάκι και το στείλανε να φυλάει την απιδιά.

Το Μισικωλάκι ηνέβηκε απά στην απιδιά και ηπιδαύλιζε.. Κείνην την ώρα πέρασε μια γρε και τώδε, ύστερις του φώναζε με παρακάλια.

Έ, μισι-Μισικωλάκι Ρίξε μου ‘ναν απιδάκι

Να χαρείς το πιδαυλάκι

Το Μισικωλάκι ήκοψεν έναν απίδιν και της τώριξεν κάτω. Η γρε καμώνονταν πως ηπαιδέβγετο να το βρει. Αυτή εν ήτανε γρε, ήτανε μάγισσα κι’ ήθελε να τα’ αρπάξει το Μισικωλάκι και επειδής εν ημπορούσε να σκαρφαλώσει στην απιδιά, ηπολεμούσε να το κάμει να κατέβει και να το φέρει χεροβολιά. Ηγύρισεν πάλιν η γρε κατ’ απάνω του και τούλεε.

Έ, μισι-Μισικωλάκι Ρίξε μου ‘ναν απιδάκι

Να χαρείς το πιδαυλάκι

Το κακόοιρον το Μισικωλάκι της ήριξεν κι’ άλλο. Η γρε πάλι το χχαβάν της: «Έν το βρίσκω. Ε καλοβλέπω κι όλας. Κατέβα να μου το βρεις».

Το Μισικωλάκι μ’ ένα σάρτο κατέβηκεν κάτω. Τ’ αρπά η μάγισσα και το μπουζουριάζει στο φυλάκιν της. Ύστερα τ’ ανεκρέμασε στημ πλάτην της κι’ ηπήαινεν σπίτιν της. Άμα ήνοιξεν τη μποριά της αυλής ηφώναζεν της κόρης της:

Άναψε Μαρού το φφούρνο Και καλό μμεζέ σου φέρνω.

Ήμπε στο σπίτιν της η μάγισσα κι’ ‘πόθεκεν το φυλάκιν απά στημ πεζούλα. Ήβγαλεν από μέσα το Μισικωλάκι και τόβαλε σ’ ένα τσουάλιν κι’ από πάνω τώδεσε. Ύστερις επίπεν της κόρης της. Εγώ πααίνω να κάμω κι’ άλλη ββότα. Άμα πυρώσει ο φούρνος να το ρίξεις μέσα το Μισικωλάκι μαζί με το τσουβάλι κι’ άμα γυρίσω νάχεις έτοιμον οφτόν να φάμε. ¨ηγυεν η μάγισσα κι’ ήμεινεν η κόρη της με το Μισοκωλάκι. Άμα ηπύρωσεν ο φούρνος, ηπήεν η κόρη να σηκώσει το Μισοκωλάκι αλλά ησκέφτηκε που δεν ήξερε πώς να το ψήσει. Κι’ ήλεε πώς να κάμω να το ψήσω.

Το Μισικωλάκι που τάκουσεν από μέσ’ στο τσουάλι της είπε: βγάλε με από δω μέσα να σου δείξω πώς να με ψήσεις.

Ηπίστεψεν η Μάρω και το λευτέρωσε.

Το Μισικωλάκι ήρχισε να τη δασκαλέβγει. Να έτσι να θα κάμεις και θα με βάλεις μέσ’ το τσουάλι κι’ ήπιασε τη Μάρω και την τσουβάλιασε. Ύστερις θα πιάσεις τους δυό πουγούνους του τσουβαλιού και θα τους δέσεις σφιχτά –και τώλεε και τώκανε. Κι έτσι κατάφερε κι’ έβαλε τη Μάρω με το τσουβάλιγ και την ήριξε με στο φούρνο να ψηθεί. Απός ηψήθηκε την ήβγαλεν όξω, της ήκοψεν το σηκώτιν και το σέρβιρε στο τραπέζι για να το φάει η μάγισσα. Ύστερις ησηκώθην κι’ ήφυε.

Άμα η ηποϋρίστην η μάγισσα βρήκε το τραπέζι στρωμένο με το σηκώτιν κι’ ήπεσε με τη μούρη και τώφαν. Ηφώναζεν και της Μάρως αλλά δεν απεκούσε.

Ηπήεν κι’ ήψαξε στο κρεβάτιν της και δεν την ήβρε πούμετα. Τότες το κατάλαβεν πως ήφαεν το σηκώτιν της κόρης της. Παίρνει το φυλάκιν της πάλιν και τρέχει και πά στην απιδιά. Εϊδεν το Μισικωλάκι ανεβασμένο στο δέντρο κι’ ήπαιζεν το πιδαύλιν του και τούλεεν πάλι.

Έ, Μισι-Μισικωλάκι Ρίξε μου ‘ναν απιδάκι

Να χαρείς το πιδαυλάκι

Το Μισικωλάκι της ήριξεν ένα. Έν το βρίσκω ήλεεν πάλιν η γρέ. Το Μισικωλάκι όμως ηπονηρεύτηκεν πια και έν ηξανακατέαινεν. Ύστερις τούλεεν η μάγισσα. Πες για μπάρε μου πώς να κάμω ν’ ανέβω να κόψω ατή μου.

Να βάλεις πιάτα-πιάτα να πατήσεις και ν’ ανέβεις. Ήβαλλεν πιάτα-πιάτα, ηπήεν να πατήσει, ησπούσαν τα πιάτα, κι’ ήπεφτεν κάτω.

Και πάλιν τούλεε, πώς να κάμω ν’ ανέβω.

Να βάλεις αυγά-αυγά και ν’ ανέβεις. Ησπούσαν και τ’ αυγά κι’ ήπεφτεν πάλι κάτω. Ησπαρούγγωνε η γρέ το θθυμόν της και ηπαρακάλαν πάλι.

Πες μου Μισικωλάκι πώς να κάμω ν’ ανέβω.

Α σου πω τι α κάμεις. Θα πυρώσεις ένα σίδερο στη φωτιά κι’ απέ θα το περάσεις στο μπισινό σσου και θ’ ανέβεις μια χαρά.

Ήκαμεν η μάγισσα κατά που της είπεν, ήβαλεν το πυρομένο σίδερο στο μπισινό της κι’ ηφουρλάτνισε κι’ ηπετάχτην μισοούρανα κι’ ήπεσεν κάτω κι’ ήσκασε. Κι’ έτσι ηγλύτωσεν το Μισικωλάκι κι’ ηπήεν σπίτιν του κι’ ηζήσανε καλά και μεις καλλίτερα.

————————–

Σιγά μην και σας δώσω γλωσσάρι – XD
πάρτε αγριαπιδιές!

bloomy sage-leafed pear tree thorny sage-leafed pear tree

 


***********The story also appears in English in my friend Eleni’s blog. It is a lighter version with less roughness and brutality. It looses a lot like this, but you do want your children to be able to sleep at night, don’t you?***********

.

Thursday January 22, 2009 – 10:42pm (EET)

Next Post: “Limani”, “Potami”, “Chorio”, “Panigiri”, “Paralia”

Previous Post: Jurgen the Nomad

.

.

Comments

(9 total)

.

Άψογο! Ούτε που θυμάμαι πότε στο έδωσα αυτό το σκληροπυρηνικό κείμενο…

Friday January 23, 2009 – 02:03pm (EET)

.

Κάπου περίπου μετά που γνωριστήκαμε μ’ αυτό ασχολιόσουν και μου είχε κάνει εντύπωση.

Friday January 23, 2009 – 11:33pm (EET)

.

Done the thing and posted entry. Couldn’t put the images in place either. Needed more banging.

Saturday January 24, 2009 – 01:36pm (PST)

.

Το Μισοκωλάκι

– ένα παραμύθι όπως λέγεται στην Ικαρία σε μία από τις πολλές τοπικές παραλλαγές –
(Αφήγηση: Αργυρώ Γιάκα, ετών 67 από το χωριό Άγιος Πολύκαρπος Δήμου Ραχών Ικαρίας. Καταγραφή: Βασιλική, Μαρία, Βιολέτα, μαθήτριες Γυμνασίου –Απρίλιος 2002)

– – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – –

Ήταν μια φορά μια οικογένεια μεγάλη και πολύ φτωχή. Μάνα, πατέρας και παιδιά ’εν είχανε να φάνε. Μια μέρα λέει η μητέρα στον άντρα της:
-Τι θα ψήσομεν σήμερα;
Και λέει ο άντρας της:
-Να σου φέρω αλεύρι να ζυμώσεις;
Πήγε λοιπόν το αλεύρι κι αυτή άρχισε να ζυμώνει.
Τα παιδιά ήταν τόσο πεινασμένα, που παίρνανε την ζύμη λίγη-λίγη, την πλάθανε κουλουράκια, τη βάζανε στη φωτιά να ψηθεί και την τρώγανε. Έτσι η ζύμη τελείωσε.
Έρχεται το βρά ’υ ο άντρας της και την ρωτάει:
-Που ’ναι το ψωμί που ’φτιαξες;
Εκείνη του είπε:
-Τα παιδιά έφαγαν όλο το ζυμάρι.
Ο πατέρας γίνηκε θεριό άγριο και ήταν έτοιμος να τα σκοτώσει, αλλά είπε στην κυρά:
-Ετοίμασε τα μικρά, θα πάω να τα ξορίσω.
Αλλά τα μικρά πριν φύγουνε πήρανε μαζί τους φασόλια και στο δρόμο που πηγαίνανε τα ρίχνανε πίσω τους για να μπορούν ύστερα να επιστρέψουν.
Ο πατέρας τα πήγε τόσο μακριά που νόμιζε πως ‘εν θα μπορέσουν να γυρίσουν ποτές μα έλα που τα παιδιά ήταν τόσο πονηρά, που την πρωίαν ήταν πάλι σπίτι. Ο πατέρας όταν τα δε γίνηκε Τούρκος. Λέει της κυράς του:
-Ετοίμασε τα μικρά θα τα xορίσω πάλι .
Αυτή τη φορά πήραν μαζί τους ρεβίθια και ξαναγυρίσανε την άλλη μέρα.
Όταν τα είδε ο κύρης τους να ετρελάθηκε από το θυμό του. Πιάνει το τσεκούρι και τα σκοτώνει ένα -ένα. Το πιο μικρό όμως δεν το πρόλαβε και του ’κοψε μόνο τον πισινό. Ύστερα αυτό πήγε και κρύφτηκε πίσω από ένα μπαούλο. Η κέρα έπιασε κι έκλαιγε και χτυπιόταν:’’Αχ , τι θα κάνουμε τώρα που τα σκότωσες κι είμαστε δίχως παιδιά;’’ Εκεί λοιπόν πετιέται το Μισοκωλάκι και φωνάζει: ΄΄Εγώ είμ’ εδώ΄΄. Τότε ο πατέρας του έτρεξε να το πιάσει, αλλά αυτό έφυγε απ’ το σπίτι και πάλι ’εν το πρόλαβε.
Στο δρόμο που επήενε απάντησε μια γριά μάγισσα. Του λέει: ΄΄Α, εσύ είσαι το Μισοκωλάκι΄΄, και κίνησε να το πιάσει. Εκεί πού ’τρεχε ο μικρός , βλέπει μια αχλαδιά κι ανεβαίνει απάνω. Η γριά από κάτω φώναξε:΄΄Ε , μισέ, Μισοκωλάκι! Ρίξε μου ένα αχλαδάκι΄΄. Το Μισοκωλάκι της έριξε ένα, μα η γριά έκανε τη στραβή και του είπε: ΄΄κατέβα βρε να μου το δώκεις γιατί ’ε βλέπω΄΄. Όμως το παιδί ’εν κατέβηκε γιατί φοβόταν. Τότε η γριά του ξαναφωνάζει: ΄΄ Ε , μισέ, Μισοκωλάκι! Ρίξε μου ένα αχλαδάκι΄΄. Της ξαναρίχνει το λοιπό και εκείνη του φωνάζει:΄΄κατέβα βρε να μου το δώκεις γιατί έχω στραβωθεί…΄΄. Τότε το Μισοκωλάκι κατέβηκε να βρει το αχλάδι. Η γριά όμως είχε μαζί ένα τσουβάλι, πιάνει το Μισοκωλάκι, το βάζει μέσα και το δένει καλά από πάνω.
Στο δρόμο που επήενε φώναζε:΄΄ πύρωνε Μαρού, το φούρνο και καλό μεζέ σου φέρνω΄΄. Κάποτες η γραί πόνεσε τη μέση από το βάρος. Άφηκε το τσουβάλι χάμω και πήγε πιο πέρα να κατουρήσει. Ώσπου να πάει και να ΄ρτει ήβγε όξω το Μισοκωλάκι και έβαλε μες το τσουβάλι πέτρες. Στο δρόμο η γριά από το βάρος τ ΄ακούμπαγε συνέχεια και έλεγε:΄΄ γιατί με κόβγεις, βρε Μισοκωλάκι;΄΄, και όσο έφτανε στο σπίτι έκραζε τη Μαρού να πυρώσει το φούρνο. Πόσωσε η γριά στο σπίτι κι έπιασε ν’ αδειάσει το τσουβάλι. Εκεί που λες γυρίζει το κεφάλι και βλέπει το Μισοκωλάκι πάνω σ’ ένα ράφι. Ήθελε λοιπόν να το πιάσει αλλά έπρεπε να το κάνει με τρόπο. Του φωνάζει:
-Μίλησε, Μισοκωλάκι, πως ανέβηκες απάνου;
Και το πονηρό Μισοκωλάκι της απαντά:
-Έβαλα πιάτα -πιάτα κι ανέβηκα.
Πιάνει η γριά ν’ ανέβει πας τα πιάτα, πέφτει και τσακίζεται.
-Ε, Μισοκωλάκι, πως ανέβηκες απάνω;
-Έβαλα παγκέτες –παγκέτες κι ανέβηκα.
Αρχίζει κι η γριά να βάζει παγκέτες κάνει ν’ ανέβει, πέφτει κατάχαμα.
Τελευταία της λέει το Μισοκωλάκι:
-Έβαλα ένα πυρωμένο σίδερο στον πισινό και ανέβηκα εδώ πάνω.
Παίρνει η γριά τη μασιά, τη ρίχνει μες το ’ζάκι και κάθεται πάνω. Μόλις άγγιξε το πυρωμένο σίδερο, έβγαλε φωνή μεγάλη και απόθανε από τον πόνο. Και έζησε το Μισοκωλάκι καλά και εμείς καλύτερα.

Sunday January 25, 2009 – 10:37pm (EET)

.

Δεν θυμάμαι, αγρίμι, αν σου ‘δωσα κι αυτή την εκδοχή. Τέλος πάντων, όπως βλέπεις είναι από μια γιαγιά το 2002. Με το πέρασμα του χρόνου αυτός ο άγριος τραχύς μύθος «ημέρεψε» κάπως. Μαλάκωσε.

Sunday January 25, 2009 – 10:40pm (EET)

.

Πολύ πείνα, ρε παιδί μου, έπεφτε τα παλιά χρόνια. Να μη τολμάει μια γυναίκα να ευχηθεί να έχει πολλά παιδάκια, έπεφτε μπαλτάς!

Monday January 26, 2009 – 10:20pm (EET)

.
  • DD
  • Offline

Πολλά παιδιά πολλά στόματα… και οι χρόνοι τραχείς και δύσκολοι… Ετσι ξεπέσαμε στην ανυδρία του ενός-δύο παιδιών και στην συρρικνωσή μας… Περισσότερα χρήματα λιγότερα παιδικά γέλια… Αξιζει το τίμημα? ή καλύτερη η πείνα, αυτή του στομαχιού, από εκείνη της καρδιάς!!!
Τέλειο το παραμύθι… αλλά ακόμη καλύτερη η γλώσσα του, η ζωντανή, η ταξιδεύτρα.

Wednesday January 28, 2009 – 07:21am (CET)

.

Α μπράβο! Εσύ, σαν να μου φαίνεται, κατάλαβες γιατί δεν έβαλα γλωσσάρι!

Thursday January 29, 2009 – 08:34pm (EET)

.

The language of the original sounds a bit like «abracadabra» white magic. It has a soothing effect. I read this to my son in a heavy sweet voice with as best old Ikarian accent as I could and he was magnetized!

Friday January 30, 2009 – 03:31am (PST)

.
.
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: